Υπάλληλοι του ξενοδοχείου “Χανδρής” τον βρήκαν λιπόθυμο στο δωμάτιό του, το οποίο νοίκιαζε για να παρακολουθεί ιπποδρομίες και να φροντίζει τα αλόγα του, καθώς είχε στην κατοχή του περισσότερα από 20 άλογα.

Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» πέθανε από ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής.

Μέχρι το τέλος της ζωής του εμφανιζόταν στο κέντρο «Στράτος», το οποίο βρισκόταν στην οδό Φιλελλήνων. Είχε τραγουδήσει περισσότερα από 5.000 τραγούδια στο πάλκο τα οποία είχαν σημειώσει τεράστια επιτυχία. Ο τελευταίος του δίσκος με τίτλο «Ποιος Άλλος» κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του.

Χιλιάδες πολίτες τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. “Υπήρξε ένας μεγάλος, λαϊκός τραγουδιστής. Στάθηκε για τριάντα ολόκληρα χρόνια αγωνιστής του κλασικού και αυθεντικού λαϊκού τραγουδιού, που το υπερασπίσθηκε δυναμικά, σταθερά και με μεγάλη συνέπεια. Το κενό που αφήνει ο Στράτος Διονυσίου, αυτός ο ακούραστος εργάτης του λαϊκού τραγουδιού, είναι δυσαναπλήρωτο”, είχε πει ο Στέλιος Καζαντζίδης.

“Βρέχει φωτιά στη στράτα μου”, “Τα Πήρες Όλα”, “Ο ταξιτζής”, “Αγάπη μου επικίνδυνη” και ο “Σαλονικιός” είναι μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του.

Η ιστορία του Σαλονικιού

Το τραγούδι “Σαλονικιός” ήταν εμπνευσμένο από πραγματικό πρόσωπο του υποκόσμου που έζησε στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του ’60. Ονομαζόταν Γιάννης Γκουλιόβας και είχε γεννηθεί Κολλινδρό Πιερίας.

«Άιντε, κάντε όλοι στην μπάντα, να βγει να χορέψει, ο Σαλονικιός. Άιντε, κάντε του λεζάντα, την βραδιά να κλέψει, ο Σαλονικιός. Άιντε, κάντε όλοι στην μπάντα, γέμισε την πίστα, ο Σαλονικιός»…

Ο Γκουλιόβας από μικρός έκανε μικροκλοπές και μπαινόβγαινε στις φυλακές. Τη δεκαετία του ’60 ήταν ήδη γνωστός νταβατζής στη Θεσσαλονίκη και είχε αποκτήσει το προσωνύμιο “Ο Σαλονικιός”. Οπλοφορούσε και πουλούσε προστασία στα μαγαζιά. Μεταξύ άλλων, είχε κατηγορηθεί για μαστροπεία, εκβιασμούς και κλοπές. Συνήθιζε να διασκεδάζει στα νυχτερινά κέντρα, έπαιζε τον ιππόδρομο και σε χαρτοπαιχτικές λέσχες. Λέγεται μάλιστα, πώς κάποια στιγμή είχε απειλήσει την ηθοποιό Μέμπα Μπλανς ότι θα της χαράξει το πρόσωπο. Τελικά, οι αστυνομικοί έφθασαν στα ίχνη του όταν η δράση του επεκτάθηκε στην Αθήνα.


Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1977 τον εντόπισαν σε μια χαρτοπαικτική λέσχη στην οδό Σύρου στην Κυψέλη. Ο Σαλονικιός αρνήθηκε να παραδοθεί στους αστυνομικούς και όταν προσπάθησε να τους επιτεθεί τον πυροβόλησαν και έπεσε νεκρός.

Τους στίχους του τραγουδιού έγραψε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και τη μουσική ο Χρήστος Νικολόπουλος.

Ο Στράτος Διονυσίου γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1935 στη Νιγρίτα Σερρών

Από μικρός βγήκε στη βιοπάλη και το 1947 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Δούλεψε ως μικροπωλητής, εργάτης και ράφτης, προτού ασχοληθεί με το τραγούδι. Η πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση έγινε στο κέντρο «Φαρίντα» της Θεσσαλονίκης, όπου έκανε αίσθηση με την πλούσια και τη γεμάτη φωνή του, με τη χαρακτηριστική και υπέροχη βραχνάδα. Εκεί γνώρισε και τη σύντροφο της ζωής του Γεωργία Λαβένη, με την οποία ανέβηκε στα σκαλιά της εκκλησίας το 1955. Το ζευγάρι απέκτησε τέσσερα παιδιά, τον Άγγελο (γ. 1957), τον Στέλιο (γ. 1974) και τον Διαμαντή (γ. 1977), που ακολούθησαν τα βήματα του πατέρα τους και την Τασούλα (1959-2012).

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 αποφασίζει να κάνει το μεγάλο βήμα και να κατέβει στην Αθήνα, όπως και τόσοι άλλοι καλλιτέχνες από τη Θεσσαλονίκη. Συνεργάζεται αρχικά με την Καίτη Γκρέυ και το 1959 εμφανίζεται στη δισκογραφία με το τραγούδι του Σταύρου Χατζιδάκη και του Χρήστου Κολοκοτρώνη «Δεν είμαι ένοχος». Ο κόσμος άρχισε να τον γνωρίζει και οι δισκογραφικές εταιρείες δεν άργησαν να τον ανακαλύψουν. Υπογράφει συμβόλαιο με την «Κολούμπια» και κάνει τις πρώτες επιτυχίες του: «Δεν με πόνεσε κανείς» (διασκευή από ινδικό τραγούδι), «Στης Αγάπης μου το Δίσκο» ή «Ηλεκτρόφωνο» (μουσική και στίχοι Μπάμπη Μπακάλη), «Φύγε φύγε» (Στράτου Ατταλίδη / Κώστα Βίρβου) και άλλες.

Το όνομά του άρχισε να γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό και οι μεγάλοι δημιουργοί του λαϊκού τραγουδιού άρχισαν να του εμπιστεύονται παλιές τους επιτυχίες, οι οποίες κυκλοφόρησαν σε δεύτερη εκτέλεση με τη φωνή του: «Αχάριστη» του Βασίλη Τσιτσάνη, «Πριν το χάραμα» του Γιάννη Παπαϊωάννου, «Η μπαμπέσα» του Γιώργου Μητσάκη, «Το φτωχομπούζουκο» του Μανώλη Χιώτη.

Το 1967 είναι μια χρονιά σταθμός για την καριέρα του, καθώς γνωρίζεται με τον Άκη Πάνου, ο οποίος του γράφει μερικές από τις μεγάλες του επιτυχίες: «Γιατί, καλέ γειτόνισσα» (1968), «Φέρτε το παιδί του χάρου» (1971), «Στο σταθμό του Μονάχου» (1972), «Ήταν ψεύτικα» (1972), «Μια γυναίκα» (1984), «Ασ’ τη να φύγει» (1984) κ.ά. Ο Μίμης Πλέσσας τον ανακαλύπτει, όταν τραγουδά στο κέντρο «Σου-Μου» της Ιεράς Οδού δίπλα στην Ανθούλα Αλιφραγκή και του δίνει να τραγουδήσει το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, που έγραψε για την ταινία «Ορατότης μηδέν» με πρωταγωνιστή τον Νίκο Κούρκουλο. Το τραγούδι σημείωσε τεράστια επιτυχία πριν ακόμη βγει το φιλμ στους κινηματογράφους στις αρχές του 1970. Ακολούθησαν όμως κι άλλοι, πολλοί δίσκοι, με τραγούδια που έγιναν το ίδιο ή και ακόμη πιο μεγάλες επιτυχίες: «Ο παλιατζής» (1969) και «Αγάπη μου επικίνδυνη» (1969) των Αντώνη Ρεπάνη και Δημήτρη Γκούτη και «Αφιλότιμη» (1972) των Γιώργου Χατζηνάσιου και Τάσου Οικονόμου.

Σε μία περίοδο που η καριέρα του είχε απογειωθεί, ο Στράτος έμπλεξε σε μια υπόθεση ναρκωτικών, που ο ίδιος τη χαρακτήρισε πλεκτάνη. Στις 30 Μαΐου 1975 καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 3 ετών κι εκτόπιση τριών ετών στα Γιάννινα για κατοχή ποσότητας ναρκωτικών (χασίς). Οδηγήθηκε στις φυλακές της Τίρυνθας, όπου παρέμεινε μέχρι το Πάσχα του 1976, οπότε αποφυλακίστηκε. Η καριέρα του, όμως, είχε πάρει την κατιούσα και το καλλιτεχνικό κύκλωμα τον είχε απορρίψει.

Με τη βοήθεια του στενού του φίλου Τόλη Βοσκόπουλου, που μεσουρανούσε εκείνη την περίοδο στις πίστες, κατόρθωσε να σταθεί στα πόδια του και να επανέλθει σύντομα στο προσκήνιο με διαχρονικές επιτυχίες, όπως τα τραγούδια «Τα πήρες όλα» (1981) και «Και λέγε λέγε» (1981) των Θανάση Πολυκανδριώτη και Γιάννη Πάριου, «Άκου, βρε φίλε» (1982) των Τάκη Σούκα και Κώστα Κοφινιώτη, «Ο Σαλονικιός» (1985) και «Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα» (1985) των Τάκη Σούκα και Κώστα Κοφινιώτη, «Εγώ ο ξένος» (1988) και «Λέγε με παλιόπαιδο» (1988) του Τάκη Μουσαφίρη.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 είχε μαζί του τη Χαρούλα Αλεξίου, η οποία έκανε τις δεύτερες φωνές. Ακολούθησε μια πολύχρονη συνεργασία με τη Μαρίνα Βλαχάκη και τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του πάνω στην πίστα δίπλα του ήταν η Κική Λουκά.

Ο Στράτος Διονυσίου πέθανε από ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής το πρωί της 11ης Μαΐου 1990, σε ηλικία 54 ετών.
Πηγή : sansimera.gr       TheCaller.gr

Ακολουθήστε το epiloges.tv στο Google News και δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από τις Σέρρες, την Ελλάδα και τον Κόσμο.