Σύμφωνα με την πιο σύγχρονη ταξινόμηση (ARIA classification) κατατάσσεται πλέον: βάσει των συμπτωμάτων της και βάσει της υποβάθμισης της συνολικής ποιότητας ζωής στην καθημερινότητα (ελάττωση παραγωγικότητας και απώλεια εργατοωρών στην εργασία, μείωση απόδοσης στο σχολείο, αποφυγή δραστηριοτήτων κτλ.). Η διάρκεια των συμπτωμάτων τη διαχωρίζει σε ετήσια ή εποχιακή (διαλείπουσα). Η αλλεργική ρινίτιδα, εκτός από την περίοδο της άνοιξης, μπορεί να εμφανιστεί και κατά την περίοδο των άλλων εποχών, εφόσον υπάρχουν στο χώρο τα υπεύθυνα αεροαλλεργιογόνα, όπως συμβαίνει με τα ακάρεα της σκόνης ή με τα επιθήλια ζώων.


Είναι συχνότατη πάθηση με επιπολασμό περί το 15%, ενώ τα συμπτώματα συνήθως αμβλύνονται με την πάροδο της ηλικίας. Η κληρονομική προδιάθεση είναι ζωτικής σημασίας. Αν π.χ. και οι δυο γονείς ήταν αλλεργικοί, η πιθανότητα της νόσου ανέρχεται στο 50%!


Συμπτωματολογία
Η συμπτωματολογία περιλαμβάνει ρινική καταρροή και συμφόρηση, κνησμό στη μύτη (η τριβή που ο κνησμός προκαλεί είναι συχνά τόσο έντονη που δημιουργείται μια μικρή οριζόντια πτυχή στο κάτω μέρος της μύτης), πτερνίσματα (συχνότερα το πρωί, σε κήπους ή πάρκα λόγω γύρης, σε αποθήκες και γυμναστήρια λόγω μυκήτων και ακάρεων), οπισθορινική καταρροή, υποσμία/ανοσμία και ρινορραγία, οίδημα βλεφάρων, επιπεφυκίτιδα, εκκριτική και χρόνια μέση ωτίτιδα, φαρυγγαλγία, βράγχος φωνής, ξηρό βήχα, ανάγκη συνεχούς καθαρισμού του λαιμού, μαύρους κύκλους και οίδημα κάτω βλεφάρου, ροχαλητό.


Από το ιστορικό αναζητούνται συνθήκες/καταστάσεις που επιδεινώνουν την κλινική εικόνα (τροφές, αέρας, καθαριστικά, σαπούνια, μοκέτες, λούτρινα παιχνίδια, κατοικίδια κτλ.), στοιχεία που, μαζί με την κλινική εξέταση, θέτουν τη διάγνωση, καθορίζουν τη βαρύτητα της νόσου και δίνουν μια πρώτη κατεύθυνση στην αντιμετώπισή της.


Οι ασθενείς που επιβαρύνει περισσότερο η αλλεργική ρινίτιδα είναι τα παιδιά που υποφέρουν από συχνές ωτίτιδες, ιγμορίτιδες και αδενοειδίτιδες (φλεγμονή στα «κρεατάκια») και οι ενήλικες που πάσχουν από σκολίωση του ρινικού διαφράγματος, υπερτροφία των ρινικών κογχών, ρινικούς πολύποδες, υποτροπιάζουσες ρινοκολπίτιδες.


Διάγνωση
Κατά την κλινική εξέταση συχνά ανευρίσκονται η χαρακτηριστική υποκύανη χροιά του ρινικού βλεννογόνου, υδαρείς ή και θολερές/κιτρινωπές ρινικές εκκρίσεις, υπερτροφία ρινικών κογχών ή ακόμη και ρινικοί πολύποδες.
Οι επιπλέον εργαστηριακές διαγνωστικές δοκιμασίες (IgE, ηωσινόφιλα, δερμοαντιδράσεις, ρινικές προκλήσεις κτλ.) υποβοηθούν και, μερικές φορές, αποτελούν χρήσιμα εργαλεία διαθέσιμα στη διαγνωστική συνεργασία Ωτορινολαρυγγολόγου και Αλλεργιολόγου.



Αντιμετώπιση
Η διαχείριση του αλλεργικού ασθενούς βασίζεται σε:
• εκπαίδευση του ασθενούς στην αποφυγή του αλλεργιογόνου και κατ’ επέκταση στην τροποποίηση της συμπεριφοράς του (αφύγρανση χώρου <50%, χρήση υποαλλεργικών κλινοσκεπασμάτων και πλύση τους με καυτό νερό, αφαίρεση μοκετών, απομάκρυνση κατοικίδιων, εξολόθρευση κατσαρίδων κτλ.)
• φαρμακευτική αγωγή (Η1 αντιισταμινικά, κορτικοστεροειδή σε ρινική, ενδομυϊκή ή από του στόματος χορήγηση, αντιχολινεργικά, μοντελουκάστη)
• ειδική ανοσοθεραπεία σε συνεργασία με Αλλεργιολόγο
• καυτηριασμό των κάτω ρινικών κογχών σε εμμένουσα συμπτωματολογία (:ανώδυνη τεχνική χωρίς ιδιαίτερη νοσηρότητα, νοσηλεία μιας ημέρας)
• αφαίρεση ρινικών πολυπόδων με τις νεότερες ενδοσκοπικές τεχνικές (FESS), που ελαχιστοποιούν τη νοσηρότητα και προσφέρουν άμεση επάνοδο του ασθενούς στην εργασία
και τις δραστηριότητές του.

Πηγή: skai.gr

Ακολουθήστε το epiloges.tv στο Google News και δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από τις Σέρρες, την Ελλάδα και τον Κόσμο.