Έφυγε από την ζωή η Λίτσα Ματζανά Με πολύ θλίψη την αποχαιρετούν συγγενείς και φίλοι μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτώσης

 

 “Έφυγε η Λίτσα Ματζανά -Έφυγε μια πραγματική Κυρία

Ας μου συγχωρεθεί ο προσωπικός τόνος, αλλά δεν πιστεύω πως υπάρχει άλλος τρόπος για να «ξεπροβοδίσει» κανείς τη Λίτσα Ματζανά.

Πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για μία εξαιρετική φίλη με την οποία είχα τη χαρά για πάρα πολλά χρόνια να μοιραστώ κοινές αναζητήσεις και ανησυχίες.
Η Λίτσα παρά τη δυσλειτουργία στην εκφορά του λόγου ή ίσως και εξαιτίας αυτής, έζησε με το δικό της μοναδικό τρόπο, αναπτύσσοντας εξαιρετικές σχέσεις με τους ανθρώπους που εκτιμούσε. Αυτό που πρωτίστως την διέκρινε ήταν η αστική της καλλιέργεια (είδος εν ανεπαρκεία γενικότερα).

Μέχρι το τέλος της υπήρξε πραγματική Κυρία.

Λάτρευε την κλασσική μουσική (στην οποία την μύησε ο πατέρας της, ένας υπέροχος άνθρωπος που η Λίτσα μνημόνευε με παντοτινή στοργή και αγάπη), αγάπησε όσο λίγοι την πεζογραφία, διάβαζε με θρησκευτική προσήλωση ποίηση, ασκώντας παράλληλα με εξαιρετική συνέπεια τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις. Παρακολουθούσε ανελλιπώς όλες τις αξιόλογες μουσικές εκδηλώσεις και θεατρικές παραστάσεις (εντός και εκτός πόλης), ήταν παρούσα στις περισσότερες παρουσιάσεις βιβλίων, ενώ σπάνια έλλειπε από αξιόλογες διαλέξεις.

Βιβλία δεν δανείζονταν ποτέ (μόνον αγόραζε) και αυτό για δύο λόγους: ο πρώτος ήταν γιατί πίστευε πως αυτοί που «παράγουν» πνευματικά αγαθά πρέπει να ανταμοίβονται για την προσφορά τους και ο δεύτερος γιατί ήθελε να είναι η πρώτη που θα νοιώσει το άγγιγμα των σελίδων ενός καινούργιου βιβλίου. Μπορεί να μην δανείζονταν βιβλία, αλλά της άρεζε να τα δωρίζει σε γνωστούς και φίλους, με γνώμονα το αντίστοιχο δικό τους ενδιαφέρον. Με τον τρόπο αυτό ένοιωθε πως μοιράζονταν με δικούς της ανθρώπους ένα κομμάτι του εαυτού της.

Ήταν δεκτική αλλά και ιδιαίτερα απαιτητική από τους συνομιλητές της.

Έλεγε τα «σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Με το ιδιαίτερο δεικτικό της χιούμορ ήταν ικανή να αποδομήσει τους πάντες και τα πάντα. Να αναφέρω ένα μόνον περιστατικό: Παρακολουθούσαμε μία μουσική βραδιά σε μπαρ της πόλης. Ο μουσικός, εξαιρετικός βιρτουόζος, έπαιζε υπέροχα. Όμως κάποια μουσικά κομμάτια τα έντυνε με τη φωνή του. Η Λίτσα «συννέφιασε». «Μα τι κάνει» μου λέει, «δεν έχει το εύρος της φωνής για να τα υποστηρίξει». Συμφώνησα χωρίς να δώσω ιδιαίτερη σημασία. Στο τέλος της εκδήλωσης σηκώθηκε του έδωσε τα συγχαρητήριά της για το παίξιμο του και χωρίς δεύτερη σκέψη του εξέθεσε, με την ίδια πάντα ευγένεια, την ένστασή της. Έτσι απλά…
Η Λίτσα Ματζανά δεν αρκούνταν μόνον στα παραπάνω. Ήταν και ενεργός πολίτης.


Όταν και εφόσον έκρινε πως κάτι καινούργιο πάει να γεννηθεί την πόλη και κυρίως καινοτόμες δράσεις και πρωτοβουλίες που αφορούσαν στην τοπική αυτοδιοίκηση έδινε το δικό της διακριτικό, πλην ουσιαστικό παρόν, είτε με τη φυσική της παρουσία, είτε με την χρηματική της συνεισφορά. Παρά τις συντηρητικές πολιτικές της καταβολές, τις οποίες και υπερασπίζονταν με συνέπεια, αλλά χωρίς εμμονές και φανατισμό, συμπαραστέκονταν σε κάθε νέο, προοδευτικό εγχείρημα, έχοντας ως αποκλειστικό κριτήριο την ανιδιοτέλεια, την ευαισθησία, τις γνώσεις, την ώριμη και ανεξάρτητη σκέψη, καθώς και τη γενικότερη αντίληψη για τη ζωή των συμμετεχόντων. Απεχθάνονταν και απέφευγε ανθρώπους που διακρίνονταν για τις εμμονές τους, για τους εμπρηστικούς τους λόγους, για τις επιθετικές στάσεις και συμπεριφορές τους, για τον δογματισμό (πολιτικό και θρησκευτικό) και τις προκαταλήψεις τους. Της άρεσαν οι «ανοιχτοί ορίζοντες» και αυτούς ακριβώς αναζητούσε στους ανθρώπους που αγαπούσε και εκτιμούσε.

Η τελευταία μας σύντομη συνάντηση ήταν μερικές εβδομάδες νωρίτερα.

Εκ των πραγμάτων η κουβέντα έφυγε από τα βιβλία (το πρώτο πράγμα που κουβεντιάζαμε στις συναντήσεις μας ήταν για τα τελευταία βιβλία που διαβάσαμε) και στράφηκε στο ασφυκτικό κλίμα που έχει διαμορφώσει η πανδημία. Αυτό που με τρομάζει μου είπε (και δεν ήταν η πρώτη φορά, ούτε ο πρώτος που το διατύπωνε) είναι ο αργός και βασανιστικός θάνατος. Αν είναι να φύγω θέλω να φύγω με αξιοπρέπεια. Η λέξη αξιοπρέπεια, άλλωστε, είναι αυτή ακριβώς η λέξη που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει κάποιος για να χαρακτηρίσει τη ζωή της Λίτσας.

Μαθαίνω πως παρά τα έντονα και σοβαρά συμπτώματα που είχε αρνούνταν επίμονα να πάει στο νοσοκομείο.

Δεν με εκπλήσσει το ενδεχόμενο αυτό, καθώς η Λίτσα δεν άντεχε στην ιδέα μιας μακράς και επώδυνης νοσηλείας. Εντέλει νοσηλεύτηκε και πολύ γρήγορα υπέκυψε.
Τη Λίτσα θέλω να τη θυμάμαι και θα τη θυμάμαι ως ελάχιστη οφειλή γι’ αυτήν και ως μέγιστη οφειλή για μένα τον ίδιο.”

 

 

Views: 8198