Τα εμβόλια που άλλαξαν τον κόσμο



Εν αναμονή του εμβολίου που θα ανακόψει την πανδημία του κορονοϊού, η «ΜτΚ» θυμάται τα θαύματα της επιστήμης που νίκησαν τα «χτικιά» της εποχής τους

Με την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα να βρίσκεται σε ένα μακρύ αγώνα δρόμου για την ανακάλυψη του εμβολίου κατά του κορονοϊού, η υφήλιος βομβαρδίζεται συνεχώς με νέα δεδομένα για αυτό τον εισβολέα που μας έκλεισε σπίτι και μας ανάγκασε να ζούμε σε μια διαρκή αίθουσα αναμονής της θεραπείας του.

Εναλλακτικοί συνδυασμοί φαρμάκων και πρωτοπόρες πειραματικές θεραπείες αναζωπυρώνουν την ελπίδα για ένα αύριο απαλλαγμένο από τον Covid-19 ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναζητούν τη λύση σε ήδη υπάρχουσες θεραπευτικές φόρμουλες.

Η συζήτηση που ξεκίνησε τον Απρίλιο αναφορικά με το κατά πόσο το εμβόλιο κατά της φυματίωσης, το γνωστό BCG, θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο μόλυνσης ή να περιορίσει την σοβαρότητα των συμπτωμάτων του Covid-19 εξακολουθεί να προκαλεί παγκόσμιο ενδιαφέρον.

Αμερικανοί και Βρετανοί ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 178 χώρες του κόσμου. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι χώρες που δεν διαθέτουν πολιτική εμβολιασμού κατά της φυματίωσης παρουσίασαν δέκα φορές μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης κρουσμάτων και θνησιμότητα από την Covid-19, σε σύγκριση με όσους κάνουν το εμβόλιο.

Το BCG χορηγείται κατά τη γέννηση σε χώρες που έχουν ιστορικά υποφέρει από τη νόσο, όπως η Ινδία, ενώ έθνη όπως οι ΗΠΑ, η Ιταλία και η Ολλανδία δεν είχαν ποτέ εθνική πολιτική εμβολιασμού κατά της φυματίωσης. Αντίθετα, στη χώρα μας το εν λόγω εμβόλιο συμπεριλαμβάνεται στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών.

Θέλοντας να διαπιστώσουν και πρακτικά τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας, Βρετανοί υγειονομικοί ανακοίνωσαν πριν λίγες μέρες πως θα εμβολιαστούν με το BCG προκειμένου να διαπιστώσουν κατά πόσο αυτός ο διαθέσιμος και μη δαπανηρός εμβολιασμός μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά στην προστασία εκείνων που κινδυνεύουν από τον Covid-19. Η συγκεκριμένη έρευνα αποτελεί τμήμα μιας υφιστάμενης δοκιμής με επικεφαλής την Αυστραλία, η οποία άρχισε τον Απρίλιο και έχει επίσης σκέλη στην Ολλανδία, την Ισπανία, τη Βραζιλία και τη Νότια Αφρική.


Εκείνοι που άνοιξαν τον δρόμο

Παρά τις όποιες παραφωνίες των αντιεμβολιαστικών κινημάτων ανά τον κόσμο, οι εμβολιασμοί έφεραν επανάσταση στην παγκόσμια υγεία και έγραψαν ιστορία στην ιατρική εξαλείφοντας την ευλογιά, ανακόπτοντας το ρυθμό της παιδικής θνησιμότητας που κάποτε ήταν απλώς δεδομένη και αποτρέποντας ασθένειες που οδηγούν στην αναπηρία.

Οι ερευνητές πίσω από αυτές τις σπουδαίες και καινοτόμες ανακαλύψεις είναι εκείνοι που πρέπει ευχαριστούμε σήμερα. Οι πρώτες απόπειρες εμβολιασμού των ανθρώπων ενάντια στην ευλογιά, μία ασθένεια με ποσοστό θνησιμότητας 30%, φαίνεται να έγιναν στην Κίνα τον 16ο αιώνα.

Στην Ευρώπη, τα θεμέλια για τη «γέννηση» της ανοσολογίας, τη θεραπεία εμβολίων και την πρόληψη στην υγεία τέθηκαν από τον Βρετανό γιατρό Έντουαρντ Τζένερ και την παρατήρησή του ότι οι γαλακτοπαραγωγοί δεν κολλούσαν ευλογιά. Η υπόθεσή του ότι μία προγενέστερη ήπια έκθεση των γαλακτοπαραγωγών στην ευλογιά (η οποία εξαπλώνεται από βοοειδή) μπορεί να συνέβαλε στην προστασία τους πυροδότησε μία σειρά πειραμάτων.

Το 1796, ο Τζένερ «εμβολιάζει» ένα οχτάχρονο αγόρι με πύον από αλλοιώσεις δαμαλίτιδας (κτηνιατρική ασθένεια) που είχε στο χέρι του ένας γαλακτοπαραγωγός. Έξι εβδομάδες αργότερα, το αγόρι εκτίθεται στην ευλογιά αλλά δεν νοσεί. Τα επόμενα χρόνια ο Jenner προσπαθώντας να αποδείξει τη θεωρία του περί ανοσίας συγκεντρώνει στοιχεία από άλλους 23 ασθενείς. Κάπως έτσι η υφήλιος γίνεται μάρτυρας του πρώτου εμβολιασμού για την πρόληψη της ευλογιάς.

Συνεχιστής της ιστορίας των εμβολιασμών δε θα μπορούσε να είναι άλλος από το Γάλλο βιολόγο Λουί Παστέρ ο οποίος το 1885 θα σώσει τη ζωή ενός 9χρονου από τη λύσσα όταν για 13 ημέρες θα το εμβολιάζει με μία πιο ήπια μορφή του ιού. Το «εμβόλιο της λύσσας» ήταν πια γεγονός. Η παγκόσμια επιρροή του Παστέρ ήταν εκείνη που οδήγησε στην επέκταση του όρου «εμβόλιο» ώστε να περιλαμβάνει έναν μακρύ κατάλογο θεραπειών που περιέχουν ζωντανούς, εξασθενημένους ή θανατωμένους ιούς, οι οποίοι συνήθως χορηγούνται με τη μορφή ενέσεων, για να παράγουν ανοσία έναντι μίας μολυσματικής νόσου.

Κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα ο κόσμος γίνεται μάρτυρας μίας έκρηξης εμβολίων που προστατεύουν από θανατηφόρες ασθένειες όπως ο κοκίτης (1914), η διφθερίτιδα (1926), ο τέτανος (1938), η γρίπη (1945) και η παρωτίτιδα (1948). Σειρά είχαν τα εμβόλια κατά της πολιομυελίτιδας (1955), της ιλαράς (1963) και της ερυθράς (1969).

Ωστόσο, η πρόοδος των διεθνών προγραμμάτων για τα εμβόλια σταματά κατά τη δεκαετία του ‘90 καθώς το οικονομικό βάρος των εμβολίων είναι δυσβάσταχτο για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Τότε «γεννήθηκε» η Παγκόσμια Συμμαχία για τα Εμβόλια (Gavi) από το Ίδρυμα Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς και τους συνεργάτες του, οι οποίοι έπεισαν τους παραγωγούς των εμβολίων να μειώσουν τις τιμές για τις φτωχότερες χώρες με αντάλλαγμα την αυξημένη ζήτηση και την υψηλή κατανάλωση που γινόταν στις χώρες αυτές. Από τότε η παιδική θνητότητα στις αναπτυσσόμενες χώρες έχει μειωθεί κατά το ήμισυ ενώ 13 εκατομμύρια θάνατοι έχουν αποφευχθεί.

Τέλος, το 2014 – 2015 θα είναι ένα νέο «ξυπνητήρι» αναφορικά με την ετοιμότητα του κόσμου να χειριστεί μία πανδημία καθώς ο ιός Έμπολα κάνει την εμφάνισή του σαρώνοντας χιλιάδες ζωές μέχρι την τελική έγκριση του εμβολίου.

Οι «ψεκασμένοι» αντιεμβολιαστές

Πρωτοστάτης του σύγχρονου αντιεμβολιαστικού κινήματος θεωρείται ο Βρετανός γαστρεντερολόγος Andrew Wakefield, ο οποίος σε μελέτη του το 1998 αναφέρει πως τα παιδιατρικά εμβόλια σχετίζονται με την πρόκληση αυτισμού. Η μελέτη του γίνεται λάβαρο της επανάστασης στα χέρια των «εναλλακτικών» θεραπευτών και των συνωμοσιολόγων. Η άγνοια του κόσμου και η δυσπρόσιτη έρευνα αποτελούν τα «χρυσωρυχεία» όλων εκείνων που βρίσκουν πάτημα για να προωθήσουν τις δικές τους εναλλακτικές μεθόδους θεραπείας.

Μέχρι να βρεθεί ότι η συγκεκριμένη μελέτη εξυπηρετούσε άλλους, οικονομικούς, σκοπούς το 2011, είχε ήδη παρατηρηθεί ξέσπασμα της Ιλαράς στην Αγγλία, την Ουαλία και την Ιντιάνα των ΗΠΑ από γονείς που αρνήθηκαν να εμβολιάσουν τα παιδιά τους.

Κατά την περίοδο 2004-2014, καταγράφηκαν δύο επιδημίες ιλαράς στη χώρα μας ενώ την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2011 αναφέρθηκαν 26.000 κρούσματα ιλαράς σε 36 Ευρωπαϊκές χώρες με τα περισσότερα να εντοπίζονται στη Γαλλία (14.000).

Πηγή: World Economic Forum

* Δημοσιεύτηκε στη “ΜτΚ” στις 18.10.2020

Views: 17

Αφήστε κάποιο σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *