Συγκλονιστική ήταν η παρουσία της οικογένειας του 17χρονου Αγγέλου έξω από τα δικαστήρια των Σερρών. Δίπλα τους, φίλοι και συμμαθητές του, παιδιά που μεγάλωσαν μαζί του, στάθηκαν σιωπηλοί , με αξιοπρέπεια αλλά αποφασισμένοι την ώρα που ο 15χρονος κατηγορούμενος οδηγούνταν στην ανακρίτρια για να απολογηθεί. Με τρεμάμενα χέρια κρατούσαν χάρτινα πανό, ζητώντας το αυτονόητο: δικαιοσύνη για τον Άγγελο. Για τον φίλο τους, τον αδελφό τους, τον συμμαθητή που χάθηκε τόσο άδικα.
Οι έφηβοι που τον γνώριζαν μιλούν με σπασμένη φωνή για ένα παιδί ήρεμο, ευγενικό, συνεργάσιμο. Για έναν νέο γεμάτο καλοσύνη, χαμόγελο και ζωή. Ένα παιδί που δεν πείραζε κανέναν, που ήταν πάντα εκεί για όλους.
Τώρα όλοι έχουν μία και μόνη απαίτηση: να λάμψει η αλήθεια, να δικαιωθεί ο Άγγελος και να τιμωρηθούν όσοι ευθύνονται γι’ αυτόν τον αδιανόητο χαμό. Για να μπορέσουν, έστω και μέσα από τον πόνο τους, να νιώσουν πως η μνήμη του θα μείνει καθαρή και σεβαστή.
Στον αντίποδα αυτής της τραγικής υπόθεσης, που έχει συγκλονίσει ολόκληρη την κοινωνία των Σερρών, έρχονται τώρα στο φως νέα στοιχεία σχετικά με το περιβάλλον του ανήλικου κατηγορούμενου. Άτομο από ευρύτερο περιβάλλον της οικογένειας, μιλά και αποκαλύπτει λεπτομέρειες που ρίχνουν νέο φως στην υπόθεση προκαλώντας προβληματισμό για το πως οι υπηρεσίες αλλά και η κοινωνία αντιμετώπιζαν την οικογένεια αυτή.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, τα δύο αδέλφια φαίνεται πως για χρόνια μεγάλωναν κυριολεκτικά έρμαια της τύχης τους. Αν και οι αρμόδιες υπηρεσίες γνώριζαν την κατάστασή τους, ουσιαστική στήριξη δεν τους δόθηκε ποτέ. Η μόνη που προσπάθησε πραγματικά να παρέμβει ήταν η επιμελήτρια ανηλίκων – όμως, όπως όλα δείχνουν, «ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη».
Η πρώτη ανώνυμη αναφορά για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσής τους έγινε το 2022. Περίπου επτά μήνες πριν από το τραγικό συμβάν ακολούθησε νέα, αυτή τη φορά επώνυμη καταγγελία. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και τότε, όταν είχε ήδη επιβληθεί καθεστώς συνεπιμέλειας, τίποτα ουσιαστικό δεν άλλαξε στην καθημερινότητά τους.
Οι πληροφορίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας περιγράφουν μια πραγματικότητα σκληρής φτώχειας. Τα δύο παιδιά συχνά δεν είχαν βασικά αγαθά· πολλές φορές επιβίωναν με ελάχιστο φαγητό. Ανήκαν σε μια παρέα παιδιών που μεγάλωναν, στην ουσία, μόνα τους – παιδιά που έψαχναν στήριξη το ένα στο άλλο, όταν οι οικογένειες αδυνατούσαν να τη δώσουν.
Σε αυτό το περιβάλλον εντάσσονται και περιστατικά μικροκλοπών που αποδίδονται στην παρέα. Ένα από αυτά, όπως αναφέρεται, συνέβη κυριολεκτικά από την ανάγκη για τροφή: όταν βρέθηκε μια σακούλα με δύο μπανάνες, την πήραν για να φάνε, χωρίς να αντιληφθούν ότι μέσα υπήρχαν και άλλα αντικείμενα – ένα κινητό και ένα ακουστικό βαρηκοΐας. Το κινητό εντοπίστηκε αργότερα λόγω εντοπισμού θέσης, ενώ το ακουστικό βρέθηκε πεταμένο.
Παρά τις διαπιστωμένες ανάγκες, οι κοινωνικές υπηρεσίες του δήμου και οι κοινωνικοί λειτουργοί φαίνεται πως δεν κατάφεραν να προσφέρουν την απαιτούμενη στήριξη. Άφησαν, όπως καταγγέλλεται, την κατάσταση να διολισθήσει ανεξέλεγκτα, με τραγικές τελικά συνέπειες.
Ερωτήματα γεννιούνται και για τον ρόλο του σχολείου. Ο 15χρονος είχε εγγραφεί σε νυχτερινό ΕΠΑΛ, νιώθοντας ανασφάλεια να φοιτήσει σε ημερήσιο σχολείο λόγω φόβου χλευασμού. Συγγενικό του πρόσωπο είχε ζητήσει συνεργασία και υποστήριξη από τη σχολική μονάδα. Παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις, στην πράξη δεν φαίνεται να υπήρξε ουσιαστική παρέμβαση.
Τα δύο αδέλφια μεγάλωσαν μέσα σε μια πραγματικότητα διαλυμένων προτύπων και συνεχών δυσκολιών. Η εικόνα ενός πατέρα εξαρτημένου και συχνά απών δεν άφηνε περιθώριο για ένα σταθερό πλαίσιο· αντίθετα, καλλιέργησε την αίσθηση ότι τα λάθη μένουν ατιμώρητα και ότι η ζωή κυλά χωρίς κανόνες και όρια.
Τα παιδιά που συγκεντρώθηκαν έξω από τα δικαστήρια προχθές στην προσαγωγή του δράστη, δεν ήταν απλώς φίλοι.. Ήταν μια άτυπη οικογένεια – μια ομάδα νέων που αλληλοστηρίζονται επειδή όλοι, λίγο-πολύ, έχουν νιώσει τι σημαίνει να μεγαλώνεις χωρίς σταθερά στηρίγματα.
Κι ενώ η τοπική κοινωνία βυθίζεται στο πένθος και στον προβληματισμό, πληροφορίες αναφέρουν πως ο 15χρονος κατηγορούμενος ίσως ακόμη να μην έχει πλήρως συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα όσων συνέβησαν.
Ένα δράμα που αναδεικνύει όχι μόνο την απώλεια ενός παιδιού, αλλά και την αποτυχία ενός ολόκληρου συστήματος να προστατεύσει τους πιο ευάλωτους.














