Χιλιάδες δανειολήπτες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σκληρή πραγματικότητα: πλειστηριασμοί που επιταχύνονται, πιεστικές οχλήσεις και ρυθμίσεις που συχνά ξεπερνούν τα πραγματικά οικονομικά τους όρια
Ο τρόπος λειτουργίας και η επιθετική στρατηγική που ακολουθούν οι εταιρείες διαχείρισης κόκκινων δανείων είναι πλέον ευρέως γνωστές. Μεθοδικά και χωρίς ιδιαίτερους ενδοιασμούς, κινούνται σε βάρος δανειοληπτών που βρίσκονται ήδη σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.
Οι πλειστηριασμοί προχωρούν με ταχείς ρυθμούς, δημιουργώντας ένα κλίμα ανασφάλειας και οδηγώντας πολλούς πολίτες αντιμέτωπους με δυσάρεστες και συχνά άδικες καταστάσεις.
Διαμορφώνεται έτσι ένα σύστημα που λειτουργεί σχεδόν ανεξέλεγκτα, επιβαρύνοντας ανθρώπους και οικογένειες, την ώρα που οι βασικοί ωφελημένοι , τα funds και όσοι τα εξυπηρετούν, παραμένουν στο απυρόβλητο.
Με την τρομοκρατία προς τους δανειολήπτες καλά να κρατεί.
Ενώ οι πολίτες λένε πως θα πρέπει κάποια στιγμή να μπει ένα φρένο σε αυτή την κατάσταση.
Την ίδια στιγμή, τα funds κινούνται με πλήρες σχέδιο και απόλυτο κυνισμό: τα κέρδη τους καταλήγουν σε φορολογικούς παραδείσους, ενώ μέρος αυτών επιστρέφει ως «μέρισμα» και στις συστημικές τράπεζες — γιατί σε αυτό το αλισβερίσι κανείς από τους ισχυρούς δεν πρέπει να χάσει. Μόνο οι δανειολήπτες.
Στις 5 Φεβρουαρίου 2026, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου εξέδωσε μια απόφαση-σταθμό υπέρ των δανειοληπτών (νόμος Κατσέλη), η οποία ανατρέπει τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα “κόκκινα” δάνεια. Η απόφαση αυτή κρίνει ότι οι τόκοι πρέπει να υπολογίζονται μόνο επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού εναπομείναντος κεφαλαίου προσφέροντας μια ηλιαχτίδα φωτός σε μια μερίδα δανειοληπτών.
Χαρακτηριστικό στοιχείο της ασύδοτης κατά πολλούς πρακτικής ορισμένων εταιρειών διαχείρισης αποτελεί το γεγονός ότι, ενώ στις διαταγές πληρωμής επισυνάπτουν τη σύμβαση τιτλοποίησης, δεν αναφέρουν το τίμημα μεταβίβασης, δηλαδή το ποσό στο οποίο απέκτησαν το «κόκκινο» δάνειο.
Η παράλειψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το ύψος του τιμήματος αγοράς θα μπορούσε να αναδείξει τη διαφορά ανάμεσα στο ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση της απαίτησης και στο ποσό που τελικώς διεκδικείται από τον δανειολήπτη, ώστε να καθίσταται σαφές το οικονομικό πλαίσιο της απαίτησης.
Τα έσοδα που χάνει το Ελληνικό Δημόσιο από την προνομιακή, όπως όλα δείχνουν, σκανδαλωδώς ευνοϊκή, μεταχείριση προς τα funds είναι τεράστια. ορισμένα από αυτά δεν περιορίζονται στη διαχείριση δανείων, αλλά έχουν επεκταθεί δυναμικά και στην αγορά ακινήτων. Κινούνται με τέτοια επιθετικότητα, αποφασιστικότητα και αίσθηση ασυλίας, που δείχνουν ξεκάθαρα πως τίποτα δεν μπορεί να τα φρενάρει.
Τα δικαστικά έξοδα για όσους δανειολήπτες επιχειρούν να αντισταθούν στους πλειστηριασμούς είναι υπέρογκα, σχεδιασμένα έτσι ώστε να αποθαρρύνουν κάθε αντίσταση.
Οι προτάσεις ρύθμισης που κατατίθενται σε ορισμένες περιπτώσεις κινούνται σε εξωπραγματικά επίπεδα, όπως χαρακτηριστικά συνέβη με οφειλέτρια που βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο απώλειας της πρώτης κατοικίας της. Παρά το γεγονός ότι το μηνιαίο οικογενειακό της εισόδημα ανέρχεται μόλις σε 1.700 ευρώ, της προτάθηκε διακανονισμός με μηνιαία δόση 1.800 ευρώ — ποσό δηλαδή υψηλότερο από το σύνολο των εισοδημάτων της.
Μια τέτοια πρόταση δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστική ρύθμιση. Αντιθέτως, δημιουργεί την εύλογη εντύπωση ότι η διαδικασία οδηγείται εκ προοιμίου σε αδιέξοδο, υπονομεύοντας κάθε πραγματική δυνατότητα βιώσιμης αποπληρωμής.
Την ίδια στιγμή, νέα στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας αναδεικνύουν τη διασύνδεση των συστημικών τραπεζών με εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) που διαχειρίζονται «κόκκινα» δάνεια, μέσω σημαντικών ποσοστών συμμετοχής:
- Η Τράπεζα Πειραιώς διατηρεί ποσοστό 20% στην Intrum Hellas.
- Η Eurobank κατέχει 20% στη doValue Greece.
- Η Alpha Bank συμμετέχει με ποσοστό 20% στην Cepal Hellas.
Τα δεδομένα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, εάν συνεκτιμηθεί ότι τα κέρδη των ελληνικών τραπεζών για το 2025 εκτιμάται πως υπερβαίνουν τα 4,5 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας ακόμη και τα ήδη υψηλά καθαρά κέρδη του 2024.














