Ο Ανδρέας Μικρούτσικος, σε μια κατάθεση ψυχής στο podcast «Anestea» στο YouTube, μίλησε για την εποχή που η αφθονία έδωσε τη θέση της στην απόλυτη ανέχεια, περιγράφοντας πώς βίωσε την οικονομική καταστροφή χωρίς να χάσει την ανθρωπιά του.
«Ήξερα ότι θα το έχανα το σπίτι μου»
Για έναν άνθρωπο που είχε ταυτιστεί με την επιτυχία και τις υψηλές απολαβές, η αποδοχή της νέας πραγματικότητας ήταν μια μοναχική διαδρομή. Ο παρουσιαστής αναφέρθηκε στην περίοδο που επέλεξε να αποτραβηχτεί, γνωρίζοντας πως οι τίτλοι τέλους για την περιουσία του είχαν ήδη γραφτεί.
«Ήμουν απομονωμένος, έβγαινα, δεν πήγαινα για διακοπές, ή στο σπίτι μου στη Μήλο, γιατί ήξερα ότι θα το χάσω το σπίτι μου. Δεν ξαναπήγα καλοκαίρι στη Μήλο με τα σκάφη και τα φουσκωτά μου», εξομολογήθηκε, αποτυπώνοντας το μέγεθος της αλλαγής στη ζωή του.
Η ζωή χωρίς καλοριφέρ και το «καλά να πάθω»
Η μετάβαση από τις ανέσεις στις στερήσεις έγινε με έναν τρόπο σχεδόν τιμωρητικό για τον ίδιο, καθώς δεν δίστασε να αναλάβει το βάρος των επιλογών του. Η περιγραφή της καθημερινότητας μέσα σε ένα παγωμένο σπίτι είναι συγκλονιστική:
«Εκτός από μία στενοχώρια που μεταφραζόταν σε κάποια λάθη που έκανα και συνέβη αυτό, στη μετάβαση έλεγα “καλά να πάθω”, δεν με έπιανε στενοχώρια γιατί θα κοιμηθώ με κουβέρτα και δεν θα έχω καλοριφέρ, που εγώ έβαζα το πετρέλαιο από τον Σεπτέμβρη και σταμάταγε τον Ιούνιο, έμπαινες μέσα και αν δεν ήσουν με το φανελάκι, έλιωνες στη ζέστη».
Παρά την έλλειψη βασικών αγαθών, ο Ανδρέας Μικρούτσικος υπογράμμισε πως η ανάγκη του για επικοινωνία παρέμενε πάνω από την ανάγκη για ζεστασιά. «Δεν με ένοιαζε που τον Φεβρουάριο έπρεπε να ήσουν με μπουφάν για να μου μιλήσεις. Είχα βρει αυτόν τον τρόπο και ζούσα. Αυτό που με ένοιαζε ήταν να έρθει ένας φίλος μου και να του φτιάξω ένα τσάι, αν υπήρχε και να πούμε κάτι και αυτό να έβγαζε μία αισιοδοξία», συμπλήρωσε.
Το «ξεσκαρτάρισμα» των ανθρώπων
Στην εξομολόγηση του, δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην κοινωνική απομόνωση που συχνά ακολουθεί την οικονομική πτώση. Οι άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα του ήταν λίγοι, ενώ άλλοι, από τους οποίους περίμενε μια κίνηση, παρέμειναν απόμακροι.
«Πολλοί με πήραν να με βοηθήσουν, πολλοί δεν με πήραν, που έπρεπε να με πάρουν, για να με ρωτήσουν πώς είμαι. Δεν ήθελα να κουβαλάω την στενοχώρια της τότε ζωής μου και είχα μερικούς ανθρώπους, με τους οποίους έκανα παρέα, βγαίναμε, μιλάγαμε, βλέπαμε τηλεόραση, τρώγαμε ένα φαγητό στο σπίτι μου».
Με αυτή την τοποθέτηση, ο παρουσιαστής έκλεισε έναν κύκλο αναμνήσεων από μια περίοδο που τον σημάδεψε, αποδεικνύοντας πως η οικονομική καταστροφή μπορεί να αφαιρέσει τα πλούτη, αλλά όχι την ανάγκη για ουσιαστική σύνδεση με τους άλλους.














