Πόσο σημαντικά είναι τα αρχεία για τη διάσωση της μνήμης; Μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να την παραποιήσει; Τι έγινε τελικά την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή; Ποιοι ήταν μπροστά και ποιοι πίσω από τη φωτογραφική μηχανή που αποτύπωσε τη στιγμή της θηριωδίας;
Στα ερωτήματα αυτά επιχείρησε να απαντήσει ο πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.) Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης που διοργάνωσε το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (ΦΝΘ), το οποίο φέτος παρουσιάζει ένα μεγάλο αφιέρωμα στα αρχεία με τίτλο «Όλη η μνήμη του κόσμου».
Η ανοιχτή συζήτηση για το κοινό πραγματοποιήθηκε νωρίτερα στην Αποθήκη Γ’ του λιμανιού και είχε τίτλο «Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση της Καισαριανής και η αξία της τεκμηρίωσης της ιστορικής αλήθειας».
«Λίγο πριν τυπωθούν τα έντυπά μας, πριν από μερικές εβδομάδες, αποκαλύφθηκε το αρχείο του Γερμανού αξιωματικού που φωτογράφισε μια σειρά από σκηνές κατά τη διάρκεια της Κατοχής, μεταξύ των οποίων και τη συγκλονιστική στιγμή της εκτέλεσης των 200 στην Καισαριανή», δήλωσε ανοίγοντας την εκδήλωση ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Ορέστης Ανδρεαδάκης. Όπως εξήγησε, η ανακάλυψη αυτή εντάχθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή στο αφιέρωμα του 28ου ΦΝΘ. «Επί του πιεστηρίου το βάλαμε στους καταλόγους μας», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια, ο κ. Ανδρεαδάκης ξεκίνησε τη συζήτηση με τον πρόεδρο της Εφορείας των Γ.Α.Κ., θέτοντάς του μια σειρά από ερωτήματα, πριν ακολουθήσει διάλογος με το κοινό. «Η αλλοίωση της μνήμης δεν είναι καινούργια υπόθεση», επισήμανε αρχικά ο κ. Σωτηρόπουλος. Όπως είπε, οι επαγγελματίες ιστορικοί αντιμετωπίζουν συχνά με επιφύλαξη την έννοια της μνήμης, επειδή «πολλές φορές λειτουργεί ανταγωνιστικά προς την τεκμηριωμένη ιστοριογραφία». Ο ίδιος, που είναι καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και πρόεδρος του Παρατηρητηρίου για τη Διδασκαλία της Ιστορίας στην Ευρώπη, του Συμβουλίου της Ευρώπης, έφερε ως παράδειγμα τη σχέση ανάμεσα στην προσωπική εμπειρία και την ιστορική έρευνα. «Συχνά ένας ιστορικός περιγράφει ένα γεγονός του 20ού αιώνα και ένας άνθρωπος που το έζησε λέει: “εγώ το θυμάμαι διαφορετικά”», ανέφερε. «Αυτό μπορεί πράγματι να ισχύει», συνέχισε, εξηγώντας ότι εδώ εμφανίζεται μια ένταση ανάμεσα στην ατομική μνήμη- που συγκρατεί το παρελθόν μέσα από την προσωπική εμπειρία- και την ιστοριογραφία, η οποία «μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα μόνο όταν διαθέτει τα απαραίτητα τεκμήρια».
Ποιοι ήταν οι 200 της Καισαριανής και τι αποκαλύπτουν οι φωτογραφίες της εκτέλεσης
Αναφερόμενος στις συγκλονιστικές φωτογραφίες από τη Συλλογή Χόιερ, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται και εκείνη που αποτυπώνει τη δραματική στιγμή της εκτέλεσης των 200 Ελλήνων στην Καισαριανή από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής την Πρωτομαγιά του 1944, ο κ. Σωτηρόπουλος προσπάθησε να τοποθετήσει το γεγονός σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο. «Έχει αξία να θυμηθούμε ποιοι ήταν αυτοί οι 200 άνθρωποι», υπογράμμισε. Όπως σημείωσε, η έρευνα για την ταυτότητα και τις βιογραφίες τους έχει σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί, με μικρές μόνο εκκρεμότητες που απομένουν να διευκρινιστούν. «Η συντριπτική πλειονότητα ήταν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας», ανέφερε λέγοντας ότι ανάμεσά τους υπήρχαν και λίγοι τροτσκιστές ή αρχειομαρξιστές που κρατούνταν μαζί τους, καθώς και περίπου είκοσι άτομα που είχαν συλληφθεί σε μπλόκα των Γερμανών και είχαν μεταφερθεί επίσης στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου.
Ο καθηγητής ανέφερε ότι οι εκτελέσεις στο χρόνο που έγιναν είχαν ταυτόχρονα και μία ιδεολογική χροιά , καθώς ο ναζισμός δεχόταν ήττες στα πεδία των μαχών από τον «κόκκινο στρατό» της ΕΣΣΔ και έβλεπε ως κύριο ιδεολογικό αντίπαλο του τον κομμουνισμό. Γι’ αυτό, όπως τόνισε, οι εκτελέσεις της Πρωτομαγιάς του 1944 δεν συνδέονται μόνο με τα αντίποινα για την ενέδρα του ΕΛΑΣ λίγες ημέρες νωρίτερα. «Στο πρόσωπο αυτών των ανθρώπων τιμωρείται συμβολικά και η κομμουνιστική απειλή, όπως την αντιλαμβανόταν το ναζιστικό καθεστώς», υπογράμμισε.
Σκιαγραφώντας το προφίλ του Γερμανού στρατιώτη που τράβηξε τις φωτογραφίες, ο κ. Σωτηρόπουλος εξήγησε ότι επρόκειτο για έναν αρχιλοχία που είχε πολεμήσει στα πρώτα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Βέλγιο, την Ολλανδία και τη Γαλλία- πριν τραυματιστεί στο πρόσωπο και αποστρατευθεί προσωρινά. «Επανήλθε στον στρατό το 1943 και τοποθετήθηκε στην Ελλάδα, σε ένα σώμα σκαπανέων στη Μαλακάσα», ανέφερε. Ο ίδιος εξήγησε ότι η φωτογράφιση από Γερμανούς στρατιώτες ήταν ένα αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο. «Πολλοί στρατιώτες φωτογράφιζαν την εκστρατεία τους», είπε, σημειώνοντας ότι οι εικόνες αυτές συχνά αποτυπώνουν μια διττή πραγματικότητα. «Από τη μία πλευρά υπάρχει ένα είδος “πολεμικού τουρισμού”, καθώς το ελληνικό μέτωπο δεν ήταν τόσο σκληρό όσο το ανατολικό», παρατήρησε. Από την άλλη, οι φωτογραφίες συνδέονται και με τη γνωστή αρχαιολατρεία των Γερμανών της εποχής. «Γι’ αυτό βλέπουμε πολλά στιγμιότυπα από την Ακρόπολη, τον Παρθενώνα και άλλες αρχαιότητες», πρόσθεσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στα περισσότερα προσωπικά άλμπουμ των στρατιωτών σπάνια εμφανίζονται σκηνές ωμής βίας. «Συνήθως δεν υπάρχουν φωτογραφίες θηριωδιών», ανέφερε. Εξαιρέσεις αποτελούν ελάχιστες περιπτώσεις, όπως οι γνωστές φωτογραφίες από την εκτέλεση στο Κοντομαρί της Κρήτης, όπου αποτυπώνεται σχεδόν ολόκληρη η διαδικασία της εκτέλεσης. Ο κ. Σωτηρόπουλος σημείωσε ακόμη ότι η στάση των Γερμανών απέναντι στην Ελλάδα μεταβλήθηκε στη διάρκεια της Κατοχής. «Αρχικά η προσέγγισή τους δεν ήταν τόσο εχθρική όσο σε άλλες περιοχές των Βαλκανίων», είπε. «Η κατάσταση όμως άλλαξε μετά τη Μάχη της Κρήτης», συνέχισε, υπενθυμίζοντας ότι οι γερμανικές δυνάμεις υπέστησαν βαριές απώλειες από την αντίσταση των ντόπιων και των συμμαχικών δυνάμεων. Από εκεί και πέρα, τόνισε, οι ναζί επιδίωξαν να στείλουν ένα σαφές μήνυμα αποτροπής, εφαρμόζοντας σκληρά αντίποινα.
«Βεβαίως υπήρχαν Γερμανοί στρατιώτες που δεν συμμερίζονταν ιδεολογικά τον ναζισμό», παρατήρησε. «Υπήρχαν όμως και άλλοι που ήταν βαθιά εμποτισμένοι με τη ρατσιστική αντίληψη του καθεστώτος και δεν είχαν κανένα πρόβλημα ούτε να συμμετέχουν σε τέτοιες πράξεις ούτε να τις φωτογραφίζουν», ανέφερε. Όπως είπε, σε ορισμένες περιπτώσεις οι εικόνες αυτές αποστέλλονταν ακόμη και ως καρτ ποστάλ στις οικογένειές τους ή διατηρούνταν στα προσωπικά τους άλμπουμ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η φωτογραφία της συλλογής που εντοπίστηκε σε δεύτερο χρόνο, η οποία ρίχνει νέο φως στον τρόπο εκτέλεσης των 200 κρατουμένων. «Για πολλά χρόνια υπήρχε η εντύπωση ότι η εκτέλεση έγινε με διασταυρούμενα πυρά πολυβόλων», εξήγησε ο κ. Σωτηρόπουλος. «Η νέα φωτογραφία δείχνει ότι επρόκειτο για εκτελεστικό απόσπασμα», σημείωσε, προσθέτοντας ότι αυτό καθιστά το γεγονός ακόμη πιο συγκλονιστικό. «Όταν ένας στρατιώτης στέκεται απέναντι από έναν άνθρωπο και τον εκτελεί, η πράξη αποκτά μια ακόμη πιο σκληρή διάσταση», παρατήρησε. «Το πολυβόλο δημιουργεί μια πιο απρόσωπη, σχεδόν απανθρωποποιημένη εικόνα της βίας», είπε χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του, ο Ορέστης Ανδρεαδάκης αναφέρθηκε στον κίνδυνο παραποίησης της ιστορίας στη σύγχρονη εποχή. «Σήμερα μπορούμε πολύ πιο εύκολα από ό,τι στο παρελθόν να δημιουργήσουμε πλαστές φωτογραφίες και ψευδείς μνήμες», σημείωσε, τονίζοντας την ακόμη μεγαλύτερη σημασία που αποκτούν τα αυθεντικά αρχεία και η τεκμηρίωση. Ο κ. Σωτηρόπουλος συμφώνησε ότι η συζήτηση αυτή αφορά τον πυρήνα της δημοκρατίας. «Δεν αφορά μόνο την ιστοριογραφία και τις απειλές παραχάραξης της μνήμης», δήλωσε. «Αφορά τη σχέση της ίδιας της δημοκρατίας με την αλήθεια», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι η προστασία της ιστορικής αλήθειας αποτελεί βασική αποστολή της ιστορικής επιστήμης.
Κλείνοντας, ο καθηγητής αναφέρθηκε και στον τρόπο με τον οποίο οι φωτογραφίες αυτές επηρεάζουν τη συλλογική μνήμη. «Είδα έναν μεγάλο βαθμό ωριμότητας τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και στην πολιτεία», ανέφερε. «Οι φωτογραφίες αυτές συγκινούν και συγκλονίζουν ταυτόχρονα και λειτουργούν ενωτικά», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι τα πρόσωπα που απεικονίζονται «θα μπορούσαν να είναι οι παππούδες μας». Όπως είπε, μέσα από αυτή τη συγκίνηση «διαφαίνεται και μια υπέρβαση του ίδιου του εμφυλιοπολεμικού τραύματος».
πηγή ΑΠΕ ΜΠΕ














