«Το πώς υποδέχονταν την άνοιξη οι καραγκούνηδες το φανερώνουν διάφορες παροιμίες: «Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκακαύτης», «Αν ρίξει ο Απρίλης δυο νερά και ο Μάης άλλο ένα, χαρά σε ‘κείνον τον γεωργό που έχει πολλά σπαρμένα».
Η υποδοχή ήταν ανάλογη με τις καιρικές συνθήκες που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στις καλλιέργειες των καραγκούνηδων που είναι «ξεσκέπαστο σπίτι», όπως άκουγα συχνά να λέει η γιαγιά μου Βασιλική». Αυτά τονίζει, μεταξύ άλλων, στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η Βασιλική Κοζιού-Κολοφωτιά, εκπαιδευτικός-ερευνήτρια τοπικής ιστορίας και λαογραφίας.
Εκτός από τις πολλές παροιμίες, οι καραγκούνηδες υποδέχονταν την άνοιξη και με αρκετά δρώμενα, που πολλά απ’ αυτά μας ταξιδεύουν πολύ πίσω στην ιστορία του τόπου μας. Ένα απ’ αυτά είναι ο Μάρτης ή Μαρτιά, ένα παμπάλαιο έθιμο που κατάφερε να φτάσει ως τις μέρες μας. Τα παιδιά από την 1η Μαρτίου έως τα τέλη του μηνός, σύμφωνα με την ίδια, φορούν τον «μάρτη» στο χέρι σαν βραχιολάκι, στο δάχτυλο του δεξιού χεριού και στον λαιμό σαν κολιέ. Πρόκειται για ένα ένα σχοινάκι που γίνεται από μία λευκή και μία κόκκινη κλωστή, την οποία στρίβουν καλά. Συνήθως τον μάρτη τον έφτιαχναν οι γιαγιάδες ή οι μανάδες την τελευταία μέρα του Φλεβάρη, για να τον φορέσουν την πρωτομαρτιά τα εγγόνια τους ή τα παιδιά τους, αντίστοιχα, για να τα προφυλάξουν από τις πρώτες ακτίνες της άνοιξης, σαν θα βγουν στη γειτονιά με τα άλλα παιδιά να παίξουν. Τον έβγαζαν στα τέλη Μαρτίου ή όταν θα έβλεπαν το πρώτο χελιδόνι ή τον πελαργό. Τον μάρτη του λαιμού τον κρατούσαν για να τον βάλουν στο πασχαλιάτικο αρνί ενώ του χεριού τον άφηναν πάνω στον φράχτη ή στις τριανταφυλλιές, για να τον πάρουν τα χελιδονάκια να κτίσουν τις φωλιές τους. Στο χωριό μου, την Κρανιά, συνεχίζει η ίδια, τον Μάρτη τον έβαζαν στο πόδι για να μην σκοντάφτουν και όταν τον έβγαζαν, τον τοποθετούσαν στ’ αμπέλια για να τον πάρουν τα χελιδόνια και για να έχουν καλή σοδειά σταφυλιών. Σήμερα ο Μάρτης κυκλοφορεί στο εμπόριο και εκτός από τις στριμμένες κλωστές, έχει φουντούλες και χαντρούλες.
Την 1η Μαρτίου, επίσης, τα παιδιά σε όλα τα καραγκουνοχώρια πραγματοποιούσαν και τα χελιδονίσματα. Πρωί,πρωί κρατώντας ένα ομοίωμα χελιδόνας γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν τον ερχομό της άνοιξης και των χελιδονιών. Είναι δε τα χελιδονίσματα συνέχεια από εκείνα της αρχαίας Ελλάδας, που σκοπό είχαν ν΄ αποτρέψουν το κακό και να ευχηθούν το καλό. Από μέρες τα παιδιά ετοίμαζαν το ξύλινο ομοίωμα της χελιδόνας με τη μαύρη ράχη και την άσπρη κοιλιά της. Ο πιο επιδέξιος της παρέας, τονίζει η ερευνήτρια, τραβούσε το κορδόνι του άξονα και η χελιδόνα περιστρεφόταν δεξιά κι αριστερά.
Ένα άλλο ανοιξιάτικο δρώμενο είναι το γαϊτανάκι, όταν ο Μάρτης συνέπιπτε με τον ερχομό της Αποκριάς. Συνήθως το γαϊτανάκι στήνονταν στις πλατείες, όπου ήταν συγκεντρωμένοι μεγάλοι και παιδιά. Τραγουδώντας και χορεύοντας προσπαθούσαν να κάνουν το πλέξιμο του γαϊτανιού. Τώρα τελευταία, τονίζει, το γαϊτανάκι πραγματοποιείται και στις αυλές πολλών σχολείων με τη βοήθεια και τη διδασκαλία των δασκάλων και των γυμναστών. Έτσι με το γαϊτανάκι, πέρα από την αναβίωση ενός δρώμενου, επιτυγχάνεται και ένας ακόμα στόχος, γιατί μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας, βοηθάει σημαντικά τους μαθητές κατά την επιτέλεση να έχουν το νου τους μήπως μπερδέψουν τις κορδέλες ή χάσουν τα βήματα του χορού.
Μέσα στην άνοιξη έρχεται και το Σάββατο του Λαζάρου. Εκείνη τη μέρα τα κορίτσια, τονίζει η εκπαιδευτικός-λαογράφος, με στολισμένα τα καλαθάκια τους και ένα λαζαρόξυλο στο χέρι, για να προφυλάσσονται από τα σκυλιά, γύριζαν τα σπίτια, για ν’ αναγγείλουν την Ανάσταση του Λαζάρου. Η προετοιμασία άρχιζε από την προηγούμενη μέρα, όταν τα κορίτσια πήγαιναν στο λιβάδι να μαζέψουν λουλούδια για τον στολισμό των καλαθιών. Προσπαθούσαν το καθένα να κάνει το καλύτερο καλάθι. Πρωί, πρωί ανήμερα του Λαζάρου με το στολισμένο καλαθάκι παρέες από δυο έως τέσσερα κορίτσια κρατώντας το λαζαρόξυλο έλεγαν τα κάλαντα σε κάθε σπίτι, αναγγέλλοντας την Ανάσταση του Λαζάρου.
Το βασικό τραγούδι που τραγουδούσαν στα καραγκουνοχώρια ήταν: «Καλημέρα σας καλή χρονιά σας/τώρα ήρθαμι στη γειτονιά σας/να τραγδήσουμι κι ‘μείς του Λάζαρ’/ξύμνα Λάζαρι κι μην κοιμώσι/ήρθι η μάνα σου από την πόλη/σ’ ίφιρι χαρτί κι κουμπολόι». Εκτός από τα λαζαριάτικα τραγούδια οι λαζαρίνες ταγουδούσαν κι άλλα, ανάλογα με την κατάσταση του σπιτιού που επισκέπτονταν. Είναι τα λεγόμενα παινέματα, για να καλοπιάσουν και να συγκινήσουν τους νοικοκυραίους, μήπως πάρουν κανέναν παρατζίκο παραπάνω.
Για να καταλήξει τονίζοντας: « Τα λαζαριάτικα κάλαντα σηματοδοτούσαν την έναρξη του Πασχαλιάτικου δεκαήμερου. Στη συνέχεια ακολουθούσε το Πάσχα με τις εκκλησιές γεμάτες κόσμο, ιδιαίτερα την πρώτη μέρα που έρχονταν να πάρουν το αναστάσιμο φως. Και τις τρεις μέρες του Πάσχα οι καραγκούνες πρωί και απόγευμα χόρευαν τα πασχαλιάτικα σεργιάνια και άλλους χορούς. Στη συνέχεια έμπαιναν στον χορό και οι άνδρες κάνοντας έναν δικό τους κύκλο στον μέσον. Με το τέλος του Πάσχα οι καραγκούνηδες ασχολούνταν πλέον με τα χωράφια τους μέχρι το μάζεμα και την αποθήκευση της σοδειάς, το Φθινόπωρο».
πηγή ΑΠΕ ΜΠΕ
*Στη φωτογραφία ανοιξιάτικο τοπίο στο θεσσαλικό κάμπο – Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ/Α. Ζώης














