Αβραμάκης: «Δώρο 30 εκ. ευρώ προς τις ιδιωτικές κλινικές την ώρα που τα Νοσοκομεία αναφοράς covid – 19 στην Αττική αγκομαχούν»



Σύμφωνα με την τελευταία ανακοίνωση της Ελληνικής Εταιρείας Εντατικής Θεραπείας, ο αριθμός διαθέσιμων κλινών ΜΕΘ στα Νοσοκομεία της Αττικής διαμορφώνεται ως εξής: από τα 337 κρεβάτια που υπάρχουν συνολικά σε κρατικά και στρατιωτικά Νοσοκομεία, τα 107 έχουν διατεθεί για τις ανάγκες των ασθενών covid – 19, ενώ εντός των επομένων ημερών θα προστεθούν άλλα 42 κρεβάτια.

 

Σήμερα, το 30% των κλινών ΜΕΘ στην Αττική είναι ελεύθερες προς διάθεση, ενώ από τις κλίνες ΜΕΘ για Covid-19 (107) είναι ελεύθερo το 40% από αυτές. Η κατάσταση, όμως, σε ορισμένα Νοσοκομεία αναφοράς, όπως είναι το «Σωτηρία» και ο «Ευαγγελισμός» είναι οριακή, καθώς η πληρότητα των κλινών ΜΕΘ φτάνει ακόμη και το 100%, ενώ οι γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας έχουν δηλώσει πως αδυνατούν να περιθάλψουν άλλα περιστατικά.
Στα πλαίσια της 24ωρης πανελλαδικής απεργίας, που διοργάνωσε χθες η Ομοσπονδία Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας (ΟΕΝΓΕ) η Πρόεδρος, Αφροδίτη Ρέτζιου, χαρακτήρισε την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στα Νοσοκομεία ως εκρηκτική, ενώ είναι επιτακτική ανάγκη να υιοθετήσει επιτέλους η Κυβέρνηση τις προτάσεις των νοσοκομειακών γιατρών από την αρχή της πανδημίας, για την ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας.
Ενδεικτική της κατάστασης είναι ακόμη η επιστολή (δημοσιεύτηκε στα Νέα) έξι διευθυντών και του Διευθυντή Ιατρικής Υπηρεσίας του Ευαγγελισμού, του μεγαλύτερου Νοσοκομείου αναφοράς covid – 19 στη χώρα, στην οποία περιγράφουν την πίεση που δέχεται το νοσοκομείο. Αναφέρουν χαρακτηριστικά σε αυτήν: «Η προσέλευση των ασθενών Covid έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά σταθερής υπερφόρτωσης σε κοινές νοσηλείες και σε νοσηλείες ΜΕΘ. Ταυτόχρονα, η ζήτηση παροχής υπηρεσιών για άλλες παθήσεις δεν έχει καμφθεί, όπως συνέβη την άνοιξη, σε αρκετές περιπτώσεις δε, ιδίως, νεοπλασματικών περιστατικών και ανοσιακών παθήσεων, είναι πιο επιτακτική».

Στον αντίποδα αυτών ήρθε χθες το διάγγελμα του Πρωθυπουργού για να παρουσιάσει πλήρως την αντίληψη της Κυβέρνησης στο ζήτημα της αντιμετώπισης της πανδημίας. Ο ισχυρισμός περί αντοχής του συστήματος και περί επάρκειας των κλινών ΜΕΘ συνοδεύτηκε σχεδόν άμεσα με την έκδοση νέας Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΦΕΚ Β΄ 4126/24.09.2020) κατά την οποία διατίθενται οι κλίνες νοσηλείας και οι κλίνες ΜΕΘ των ιδιωτικών κλινικών στα Δημόσια Νοσοκομεία, ασφαλώς έναντι αδρού τιμήματος που ενδεικτικά θα ανέρχεται στα 30 εκ. ευρώ. Σαν να μην επαρκεί αυτό στο αρ. 3 της ΚΥΑ προβλέπεται η δυνατότητα αύξησης έως 40% της δυναμικότητας των κλινών ΜΕΘ ανά ιδιωτική κλινική, με τον απαραίτητο ιατροτεχνολογικό μηχανολογικό εξοπλισμό και με το υφιστάμενο ιατρικό νοσηλευτικό προσωπικό, κλίνες που θα διατηρηθούν και μετά την κρίση, εφόσον κριθούν κατάλληλες.
Σαν να μην φτάνουν όλα τα υπόλοιπα, η Κυβέρνηση επιχορηγεί τις ιδιωτικές κλινικές για να αυξήσουν την δυναμικότητά τους, αντί να επενδύσει τα χρήματα αυτά στο δημόσιο σύστημα υγείας δημιουργώντας νέες κλίνες ΜΕΘ. Λίγο μετά το διάγγελμα, λοιπόν, η Κυβέρνηση προχωράει σε ένα χρυσό deal με τους κλινικάρχες αγνοώντας επιδεικτικά τα Νοσοκομεία του ΕΣΥ που σήμερα βουλιάζουν.

Ο Βουλευτής Σερρών του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, Λευτέρης Αβραμάκης, με αφορμή τα παραπάνω δήλωσε:

«Οι κλίνες ΜΕΘ, όπως τονίζουμε εδώ και πολλούς μήνες, αποτελούν ένα πολύ σημαντικό μέγεθος για να μετρήσουμε τις αντοχές ενός συστήματος υγείας σε μια περίπτωση πανδημίας, όπως είναι και αυτή του covid – 19. Όμως, όπως φαίνεται και από τις τελευταίες ιδιαιτέρως ανησυχητικές εξελίξεις στην Αττική, η σημαντικότητα αυτού του μεγέθους δεν εκτιμήθηκε καθόλου από το Υπουργείο Υγείας και την Κυβέρνηση. Αντί να ιεραρχήσει μαζί με την πρόσληψη ιατρών, (ιδίως παθολόγων, πνευμονολόγων, εντατικολόγων) και νοσηλευτικού προσωπικού την αύξηση των κρεβατιών ΜΕΘ ως άμεση προτεραιότητα μετά την υποχώρηση του 1ου κύματος πανδημίας, αντί να δώσει βάρος στην ενίσχυση του Ε.Σ.Υ. ώστε να είναι προετοιμασμένο για ένα πιο ισχυρό δεύτερο κύμα πανδημίας, η Κυβέρνηση επιδοτεί τους κλινικάρχες για να νοσηλεύσουν ασθενείς covid και για να επεκτείνουν τη δυναμικότητα των κλινικών τους. Αγνοώντας επιδεικτικά την κραυγή αγωνίας χιλιάδων γιατρών και τα μεγάλα Νοσοκομεία αναφοράς covid – 19 του ΕΣΥ, που ήδη έχουν φτάσει στα όρια των αντοχών τους, επιλέγει να ενισχύσει με 30 εκ. τουλάχιστον τις ιδιωτικές κλινικές.
Η τακτική του «βλέποντας και κάνοντας» της Κυβέρνησης έχει τελικά έναν κύριο στόχο. Την όσο το δυνατόν μικρότερη ενίσχυση των δημόσιων δομών προς όφελος των ιδιωτικών επιχειρήσεων, κυρίως κομματικά προσκείμενων. Την περαιτέρω υποβάθμιση των δημόσιων δομών υγείας προς όφελος των ιδιωτικών κλινικών, προς όφελος των ιδιωτικών συμφερόντων. Γιατί δεν χορηγεί τα 30 εκ. άμεσα για την ενίσχυση των Νοσοκομείων του ΕΣΥ; Γιατί δεν προβαίνει σε επίταξη των ιδιωτικών κλινών (με την νόμιμη αποζημίωση) όπως δύναται να κάνει κάθε Κυβέρνηση σε περίπτωση αποδεδειγμένης απειλής της δημόσιας υγείας; Γιατί συνάπτει τέτοια λεόντεια deal (διπλάσια τιμή στο ημερήσιο νοσήλειο για την ιδιωτική κλινική που διαθέτει στο ΕΣΥ κλίνες ΜΕΘ) λίγες ώρες μετά από το διάγγελμα του Πρωθυπουργού. Το διάγγελμα με το οποίο διαβεβαίωσε τον Ελληνικό Λαό πως το Ε.Σ.Υ. είναι πλέον θωρακισμένο και θα αντέξει στο δεύτερο κύμα πανδημίας. Το διάγγελμα με το οποίο τέθηκε το δίλημμα «αυτοπροστασία ή καραντίνα».
Κι αν αυτά συμβαίνουν στην Αττική, κι αν η επαρχία δεν βιώνει την πανδημία τόσο έντονα, αυτό δεν σημαίνει πως χρειάζεται επανάπαυση. Το Γενικό Νοσοκομείο Σερρών διαθέτει 6 κλίνες covid, ενώ ο Παθολογικός και ο Πνευμονολογικός Τομέας μετά και τις αποχωρήσεις ιατρών βρίσκονται σε οριακή λειτουργία. Είναι σε θέση αυτή τη στιγμή να αντιμετωπίσει ένα ισχυρό κύμα covid σε τοπικό επίπεδο και μέσα στο χειμώνα, εάν παραστεί ανάγκη, χωρίς να ενισχυθεί άμεσα; Είναι εξασφαλισμένη η ασφαλής λειτουργία του σε κάθε περίπτωση, χωρίς όμως να στύβεται κυριολεκτικά το εναπομείναν ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, που αδυνατεί να λάβει άδειες και κάνει εφημερίες πάνω από το επιτρεπτό όριο; Η απάντηση είναι μάλλον αυτονόητη. Το ζήτημα των ιατρών και των κρεβατιών ΜΕΘ στα περιφερειακά Νοσοκομεία δεν πρέπει να περάσει σε δεύτερη μοίρα. Πρέπει να παραμείνει κι αυτό σε άμεση προτεραιότητα.
Οι παράγοντες του Ε.Σ.Υ. κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, πλέον με πολύ μεγάλη ένταση. Και η απάντηση δεν μπορεί να είναι τα 30 εκ. στους κλινικάρχες. Χρειάζεται άμεσα η εφαρμογή μιας συνολικής πολιτικής έκτακτης ανάγκης στην Υγεία, μιας πολιτικής θωράκισης του δημόσιου συστήματος υγείας, ώστε να αντέξει στον δύσκολο χειμώνα που έρχεται. Τα κονδύλια υπάρχουν, όπως απέδειξε και η ΚΥΑ για τις ιδιωτικές κλινικές. Μένει μόνο η πολιτική βούληση.»


Αφήστε κάποιο σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *