Δεκαπέντε ετών ήμουν όταν οι γονείς μου είπαν να φύγω από τη Συρία. Θα έλεγε κανείς πως είμαι ρίψασπις, καθώς επέλεξα να μην συμμετέχω στον πόλεμο. Η απόφασή μου όμως περισσότερο με καθιστά αντιρρησία συνείδησης. Δεν ήθελα, βλέπετε, να λάβω μέρος στις βιαιοπραγίες, μάλλον τις δολοφονίες και τους σκοτωμούς του πολέμου.
Ο πόλεμος ξεσπά. Ο κόσμος ξεσηκώνεται και φεύγει από τα σπίτια του, με τον στρατό να ρημάζει ό,τι βρει μπροστά του. Θυμάμαι ένα μεσημέρι, καθόμαστε με την οικογένειά μου στην κατοικία μας, με τη μητέρα μου να κοιτά έξω από το παράθυρο και να ρωτά μια περαστική κοπέλα τι συμβαίνει. Εκείνη απαντά έντρομη ότι πρέπει να φύγουμε λόγω της έλευσης του στρατού.
Όλη η οικογένεια, εκτός του πατέρα μου, ξεκινά να πάει σε άλλη πόλη, μαζί με τα ξαδέρφια μου. Βρίσκουμε καταφύγιο σε ένα χωριό που ονομάζεται Ντερζόρ, στο οποίο έμεναν συγγενείς μου. Εκεί ξεκίνησα σχολείο με τις βόμβες να χτυπούν παντού. Αποκορύφωμα είναι ο θάνατος πολλών αμάχων, μεταξύ των οποίων θυμάμαι χαρακτηριστικά να είναι ένα νεογνό τριών μηνών, ο ξάδερφός μου.
Οι συμφορές δεν σταματούν εδώ. Στις απώλειες συγκαταλέγεται και ο δεύτερος ξάδερφός μου, μόλις δέκα εννιά ετών. Οι βομβαρδισμοί δεν σταματούν και ως αποτέλεσμα έχουν την καταστροφή του σχολείου μας. Η μητέρα μας αποφασίζει να πάρει εμένα και τον αδελφό μου και πηγαίνουμε σε άλλη πόλη με σκοπό να συνεχίσουμε το σχολείο. Φτάνουμε στη Χάσακα, όπου μας φιλοξενεί η θεία μου, η αδελφή του πατέρα μου, περίπου ένα χρόνο.
Γυρνάμε λοιπόν στα χωριά Μοχάσαν, Ντερζόρ όπου εργάζομαι ως βοσκός για να βοηθήσω τη μητέρα μου, λόγω της απουσίας του πατέρα μου. Λίγο αργότερα μαθαίνουμε ότι ο πατέρας μου ήταν στη φυλακή. Ο λόγος, η άσχημη πτυχή του πολέμου. Οι συγγενείς μου ήταν υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί και μέλη της αντίθετης παράταξης, γεγονός που τους καθιστά καταζητούμενους από την αστυνομία, με τον πατέρα μου να κρατείται αιχμάλωτος και να υπομένει βασανιστήρια και ανακρίσεις για να αποκαλύψει που βρίσκονται. Μετά από δύο μήνες φυλάκιση αφήνεται ελεύθερος και έρχεται να μας βρει.
Οι μέρες περνούν και ο στρατός πλησιάζει. Η μητέρα μου θορυβείται από τον ερχομό του στρατού και φοβάται μην ανακαλύψει ότι δεν πήγα να πολεμήσω. Μαζί με τη θεία μου και τα ξαδέλφια μου παίρνουμε το δρόμο για την Τουρκία. Ξεκινάμε από Ντερζόρ και πηγαίνουμε στο Χαλέπι. Την επόμενη μέρα πάμε στο Εφρίν, περπατάμε πέντε χιλιόμετρα και βρίσκουμε τους διακινητές που θα μας μεταφέρουν στον προορισμό μας.
Φτάνουμε αισίως στην Τουρκία, συγκεκριμένα στην πόλη Αττάλεια, στην οποία διαμένει ο ξάδερφός μου. Ως συλλέκτης ανακύκλωσης εργάζομαι εκεί προκειμένου να ξεπληρώσω τα χρήματα που χρωστούσα στη θεία μου, επειδή πλήρωσε το ποσό που μου αναλογούσε για τη μεταφορά μου στην Τουρκία. Η παραμονή μου στην Τουρκία κρατά ένα χρόνο κατά τον οποίο εργάζομαι για να στέλνω χρήματα και να βοηθάω την οικογένειά μου.
Κατευθύνομαι στη Σμύρνη και από εκεί στη Σάμο, όπου κατοικώ πέντε μήνες. Στη δομή είναι αρχικά δύσκολα τα πράγματα, καθώς δεν γνωρίζω την ελληνική γλώσσα. Σιγά σιγά με το άκουσμα της γλώσσας από τους ντόπιους, καταφέρνω να τη μάθω. Τότε αρχίζει ένα νέο κεφάλαιο. Η αστυνομία με παίρνει μαζί τους με σκοπό να κάνω το μεταφραστή και να βοηθάω τους συμπατριώτες μου να συνεννοηθούν.
Μεταφερόμαστε στη Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης, όπου διαμένω ένα χρόνο σε ξενοδοχείο ως φιλοξενούμενος μαζί με άλλους πρόσφυγες. Γίνεται όμως μια φασαρία από πολίτες που δεν μας αποδέχονται και αναγκαζόμαστε να φύγουμε για άλλον προορισμό, τα Βασιλικά Θεσσαλονίκης. Μέχρι τα δέκα οκτώ έμενα εκεί. Πήγα σχολείο και απέκτησα καινούριους φίλους.
Το 2019 έρχομαι στο χωριό Κάτω Πορόια Σερρών και ξεκινάω Λύκειο. Οι κάτοικοι ήταν λίγο επιφυλακτικοί μαζί μου στην αρχή λόγω της καταγωγής μου. Αυτό βέβαια αλλάζει, με τους συμμαθητές μου να γίνονται φίλοι μου και τους κατοίκους του χωριού να με αγκαλιάζουν σαν να ήμουν δικό τους παιδί.
Τους καλοκαιρινούς μήνες δούλεψα ως βοσκός στα Άνω Πορόια Σερρών, στον Νίκο και στον Μάνθο. Το χειμώνα πήγα να μείνω στα Πλατανάκια, στο Βασίλη Καθάριο, που με προστάτευε σαν να ήμουν αληθινό μέλος της οικογένειάς του και παρακολουθούσα μαθήματα στο Επαγγελματικό Λύκειο Ροδόπολης. Από την πρώτη μέρα ο Διευθυντής Κώστας Ψαθάς με πρόσεχε σαν παιδί του.
Σήμερα η ζωή με βρίσκει να μένω ακόμη στη Ροδόπολη Σερρών και να εργάζομαι στην ταβέρνα «Δέδης», η οποία ανήκει στον Αθανάσιο Δέδη. Εκτός από εργοδότης μου είναι και πνευματικός μου πατέρας, καθώς με βάπτισε μαζί με τη σύζυγό του Βάσω Στεφανίδου. Τους έχω μέσα στην καρδιά μου και τους θεωρώ δεύτερη οικογένειά μου.
Ακόμη θα ήθελα να αναφέρω τον Χρήστο Πατσατζή, τον δεύτερο νονό μου και τα παιδιά του που αγαπώ σαν αδέλφια μου. Δεν θα μπορούσα να παραλείψω τον Κώστα Καλέση τον οποίο θεωρώ επίσης δεύτερο πατέρα μου και έχει την ταβέρνα «Μπουγάζι» στην οποία εργάζομαι κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα. Πέρα από τη δουλειά, συμμετέχω στον πολιτιστικό σύλλογο του χωριού, χορεύω ποντιακούς χορούς και παρελαύνω με τον σύλλογο με την ποντιακή φορεσιά.
Ο ξεριζωμός και η συνεχής περιπλάνηση μπορεί να με ταλαιπώρησαν, αλλά κατάφερα να βρω το δρόμο μου και να κάνω μία νέα αρχή. Αυτό δεν με κάνει να ξεχνώ την οικογένειά μου που μου λείπει πολύ. Εύχομαι τα πράγματα να πάνε καλά και να ξανασμίξει η οικογένειά μου. Ελπίζω με κάποιον τρόπο να δουν αυτό το γράμμα και πόσο καλά τα έχω καταφέρει παρά τις αντιξοότητες που πέρασα.
Συνοψίζοντας, η ζωή μπορεί να μη μου τα έχει φέρει όλα εύκολα, όμως κατάφερα μέσα από τις στάχτες μου να αναγεννηθώ σαν τον φοίνικα. Ζω στη Ροδόπολη και αγαπώ την Ελλάδα σαν πατρίδα μου. Σας γράφω την ιστορία μου, για να σας δείξω τι έχει υποστεί κάθε άνθρωπος που έχει βρεθεί σε δεινή κατάσταση όπως εγώ. Και αν θέλετε μία συμβουλή, κρατείστε αυτό: «Κανείς δεν μας σταματά, παρά μόνο ο ίδιος μας ο εαυτός».
Σας ευχαριστώ.
Πέτρος Αμπτουλάχ
(Σύνταξη: Πίγγου Αλεξάνδρα)
ΠΗΓΉ Ψίθυροι της Σιντικής