Υφαντική, κεραμική και ξυλογλυπτική, βασικές και ξεχωριστές παραδοσιακές τέχνες έρχονται να ξανακερδίσουν με εντυπωσιακό τρόπο το ενδιαφέρον του κοινού τα τελευταία χρόνια. Είτε ως ένα ταξίδι μάθησης στο παρελθόν για τις πολύ μικρές ηλικίες, είτε σαν μια δραστηριότητα χαλάρωσης και ποιοτικού χρόνου, είτε σαν μια προοπτική βασικού ή συμπληρωματικού εισοδήματος.
Σε κάθε περίπτωση, το Υπουργείο Πολιτισμού έχει θέσει την παραδοσιακή χειροτεχνία στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, προωθώντας την αναγέννησή της με σκοπό την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Και το ζητούμενο δεν είναι μόνον η διάσωση της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά η κρίσιμη μετάβασή της σε ένα σύγχρονο βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο, το οποίο αρδεύουν οι παραδοσιακές πρακτικές, καθιστώντας εφαλτήριο ανάπτυξης, απασχόλησης και αναζωογόνησης της ελληνικής περιφέρειας.
Δια μέσου του Ταμείου Ανάκαμψης, εξάλλου, έτρεξαν πιλοτικά προγράμματα κατάρτισης προς τον γενικό πληθυσμό κι όχι μόνον για φοιτητές, στα πανεπιστήμια Δυτικής Αττικής, Δυτικής Μακεδονίας και Θεσσαλίας, με την κεντρική ημερίδα για τα αποτελέσματα τους, αλλά και τις προοπτικές τους, να αναμένεται να πραγματοποιηθεί στο προσεχές διάστημα στην Αθήνα.
Τη διαφορά στάσης του κοινού απέναντι στις παραδοσιακές τεχνικές τα τελευταία χρόνια, θα επισημάνει μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η Χρύσα Γεωργίου, η ψυχή του διαδραστικού, εκθεσιακού χώρου υφαντού, «Υφαίνειν».
«Μέχρι και μία πενταετία πριν», θα πει, «το υφαντό οι Έλληνες το θεωρούσαν κάτι κλασικό, ενώ τώρα και θέλουν να το χρησιμοποιήσουν αλλά και να γνωρίσουν τη διαδικασία παραγωγής του. Αναγνωρίζουν την αξία τού χειροποίητου και την αξία των υλικών».
Βέβαια, θα σημειώσει ότι καθοριστικό ρόλο προς τούτο διαδραμάτισε και το γεγονός ότι οι ίδιες οι υφάντρες άλλαξαν στάση: «πέρα από τα κλασικά, μπήκαμε στη διαδικασία, με την παραδοσιακή αυτή τεχνική να παράγουμε μοντέρνα σχέδια, οπότε κερδίσαμε νεαρότερες ηλικίες και όχι μόνον».
Στον χώρο της και στα μαθήματα που πραγματοποιεί στο «Υφαίνειν» θα δει κανείς ανθρώπους κάθε ηλικίας. Μεγαλύτερους που επιθυμούν να περάσουν ποιοτικό χρόνο, ανθρώπους της μόδας, νέους ηλικιακά που θέλουν να δουν την υφαντική σαν κύριο ή δεύτερο επάγγελμα.
Συν το γεγονός της εξαιρετικής προσέγγισης, όπως θα πει η Χρύσα Γεωργίου, που έχει η γενιά Ζ ως προς τη βιωσιμότητα και την ποιότητα παραγωγής των τελικών προϊόντων. «Η στροφή από τα βιομηχανοποιημένα προϊόντα και αμφιβόλου ποιότητας υλικά, προς τα παραδοσιακά και την αξία τους», θα πει χαρακτηριστικά.
Στα work shops του «Υφαίνειν» κατ’ αρχάς ξεχωριστή θέση έχουν οι μαθητές σχολείων που μαθαίνουν (για αυτά πρωτόγνωρη) τη διαδικασία παραγωγής από το μαλλί, στο νήμα κι από κει στο υφαντό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως δείχνουν και οι τουρίστες, ειδικά σε μία εποχή που επιχειρείται για τη βιωσιμότητα και ανάπτυξή του, η μεταστροφή τού τουριστικού μοντέλου της χώρας από το «ήλιος και θάλασσα» σε τουρισμό εναλλακτικών προορισμών και «εμπειρίας».
Η κυρία Γεωργίου, που από τις Διεθνείς Ευρωπαϊκές Σπουδές και την 23χρονη επιχειρηματική δραστηριότητά της, αποφάσισε να αλλάξει άρδην επαγγελματικό προσανατολισμό, ακολουθώντας την τέχνη της μητέρας της που ήταν υφάντρα, θα επισημάνει το «δέος» με το οποίο αντιμετωπίζουν την όλη διαδικασία.
«Έρχονται στα work shops μας, βλέπουν την τέχνη της υφαντικής, φτιάχνουν με τα χέρια τους ένα προϊόν, το οποίο θα πάρουν μαζί τους και βλέπω ανθρώπους -στο πωλητήριό μας- κυρίως από έντονα βιομηχανοποιημένες χώρες, να αγοράζουν υφαντά, τα οποία τα αντιμετωπίζουν ως έργα τέχνης, που θα κρεμάσουν στον τοίχο τους…. Είναι κάτι το ξεχωριστό γι’ αυτούς».
Η Χρύσα Γεωργίου θα εκφράσει τέλος την ευχή να συνεχιστεί η πρωτοβουλία που έχει αναλάβει το Υπουργείο Πολιτισμού για την υποστήριξη της παραδοσιακής χειροτεχνίας, όχι μόνον για τη διατήρηση της «παράδοσης», αλλά για την ανάδειξη νέων χειροτεχνών με κατάρτιση, πιστοποίηση και διεθνή δικτύωση.
Μαρία Σιδέρη
πηγή ΑΠΕ-ΜΠΕ
















