Δεν είναι απλώς μια προσωπική μαρτυρία απώλειας. Είναι ένα συγκλονιστικό χρονικό αδελφικής αγάπης, θάρρους και αυτοθυσίας. Ο Βαγγέλης Μόρας ανοίγει την καρδιά του στο site του γνωστού Ιταλού δημοσιογράφου Τζανλούκα Ντι Μάρτζιο και αφηγείται τη μάχη του αδελφού του Δημήτρη με τη λευχαιμία, τη δύναμη με την οποία στάθηκε απέναντι στην ασθένεια και το αποτύπωμα που άφησε πίσω του.
Από τα παιδικά τους χρόνια στην Ελλάδα μέχρι τη δραματική μάχη για τη μεταμόσχευση και την ίδρυση του ιδρύματος Save Moras, πρόκειται για μια διαδρομή που μετατρέπει τον πόνο σε προσφορά και την απώλεια σε νόημα ζωής.
Τα σημαντικότερα σημεία της ιστορίας όπως την αφηγείται ο παλαίμαχος άσος της ΑΕΚ, της ΑΕΛ, της Μπολόνια, της Βερόνα και νυν προπονητής της εθνικής Ελλάδας Κ19:
«Ο Δημήτρης δεν τα κατάφερε, έφυγε. Σκοτάδι. Όλα σκοτείνιασαν. Ο κόσμος μου κατέρρευσε.
Μου είπε να μείνω ήρεμος και να πάω στην προετοιμασία με την ομάδα μου. Μου είπε ότι θα με πάρει τηλέφωνο όταν όλα θα ήταν έτοιμα για τη δεύτερη μεταμόσχευση. Μου είπε πως όλα θα πάνε καλά. Αντί γι’ αυτό, έφυγε.
Το έκανε όμως επίτηδες. Τον ξέρω. Ήξερε ότι πέθαινε· δεν ήθελε να τον δω για να μη νιώσω άσχημα. Προσπάθησε να προστατεύσει εμένα και εμάς, να κρύψει τον πόνο και τη δυσφορία του. Το έκανε μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Το έκανε κάθε μέρα που ζούσε με τη λευχαιμία. Πάντα δυνατός, πάντα θετικός.
Μόλις τελείωσε το τηλεφώνημα, μίλησα με τον προπονητή. Πήρα το πρώτο ταξί για το αεροδρόμιο και μετά την πρώτη πτήση για την Ελλάδα. Εκείνο το ταξίδι είναι η χειρότερη και πιο οδυνηρή ανάμνηση εκείνης της στιγμής. Έμοιαζε να μην τελειώνει ποτέ. Το μυαλό μου ήταν αλλού. Ο αδελφός μου είχε φύγει. Και αυτό με βάραινε. Με βάραινε που δεν ήμουν εκεί τις τελευταίες μέρες. Το σκεφτόμουν ξανά και ξανά. Ήθελα να τον αγκαλιάσω άλλη μια φορά.
Ο Δημήτρης είναι μαζί μου κάθε μέρα, σε ό,τι κάνω. Είναι κομμάτι μου, είναι μέσα μου. Μου έχει δώσει τη δύναμη να συνεχίζω· είναι ο άνθρωπος που σκέφτομαι όταν αντιμετωπίζω μια πρόκληση. Ζω για εκείνον. Για τον αδελφό μου.
Αυτή είναι η ιστορία του αδελφού μου και δική μου· η ιστορία της ασθένειάς του, της δύναμής του. Όλα ξεκίνησαν στην Ελλάδα. Μεγαλώσαμε μαζί. Αχώριστοι. Μας χώριζε ένας χρόνος, αλλά ήμασταν σαν δίδυμοι. Ίδιοι σε όλα, μόνο το χρώμα των μαλλιών μας διέφερε: ο ένας ξανθός, ο άλλος μελαχρινός. Χωρίσαμε όταν έγινα είκοσι ετών· έφυγα από το σπίτι για το ποδόσφαιρο. Εκείνος ήδη είχε ένα πρόβλημα στο αίμα. Ξέραμε ότι θα μπορούσε να εμφανιστεί λευχαιμία, αλλά δεν φανταζόμασταν ότι θα συνέβαινε τόσο σύντομα. Ήταν η άνοιξη του 2014, το Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν προ των πυλών. Ο Δημήτρης μόλις είχε φτάσει στην Αυστραλία. Ένα μακρύ ταξίδι, που δεν ενδείκνυτο λόγω της κατάστασής του. Ήταν όμως πεισματάρης. Δύο μέρες αργότερα, δέχθηκα τηλεφώνημα από τον πατέρα μου: «Ο Δημήτρης δεν ένιωθε καλά και πήγε στο νοσοκομείο. Έχει οξεία μορφή λευχαιμίας, θα χρειαστεί επέμβαση για μεταμόσχευση».
Μετά τη μεταμόσχευση, η κατάστασή του βελτιώθηκε. Όλα έμοιαζαν ήρεμα. Έκανε αρκετούς ελέγχους. Ο πιο σημαντικός ήρθε οκτώ μήνες αργότερα. Ήταν μια επίσκεψη για να εκτιμηθεί με μεγαλύτερη βεβαιότητα η πορεία της ασθένειας και να εξεταστεί η πιθανότητα επιστροφής του στην Ελλάδα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη μέρα. Τα αποτελέσματα δεν ήταν καλά. Η λευχαιμία δεν είχε υποχωρήσει. Κι όμως, προσπάθησε να το υποβαθμίσει και είχε αποφασίσει να επιστρέψει έτσι κι αλλιώς. “Αν είναι να πεθάνω, θα το κάνω στο σπίτι”. Κατά βάθος το ήξερε ήδη. Μας είχε κάνει, ωστόσο, να πιστεύουμε ότι μια δεύτερη μεταμόσχευση ήταν δυνατή. Ήθελε να μας προστατεύσει, μέχρι το τέλος.
Νοσηλεύτηκε. Ήταν σε μεγάλη δυσκολία, αλλά σε έκανε να πιστεύεις ότι όλα θα πάνε καλά. “Πήγαινε στην προπόνηση με την ομάδα, θα σε πάρω τηλέφωνο όταν έρθει η ώρα”. Και τον άκουσα. Μία μέρα μετά την άφιξή μου στην Ιταλία, ήρθε εκείνο το τηλεφώνημα. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, δεν έκλαψα. Φόρεσα πανοπλία. Δεν μπορούσα να είμαι αδύναμος· έπρεπε να είμαι δυνατός για τους γονείς και τους συγγενείς μου. Θα έχω πάντα στο μυαλό μου την εικόνα του μέσα στο φέρετρο. Μια στιγμή που με έκανε να καταλάβω ότι δεν είμαστε τίποτα. Είμαστε περαστικοί. Και πρέπει να δώσουμε νόημα σε αυτό το πέρασμα.
Η ζωή είναι μια ταινία που τρέχει γρήγορα. Κάποιες φορές δεν το αντιλαμβανόμαστε καν. Οι στιγμές περνούν, οι άνθρωποι περνούν, εμείς περνάμε. Χωρίς να καταλαβαίνουμε, πολλές φορές, τι είναι πραγματικά σημαντικό. Εγώ το κατάλαβα. Η ζωή με έκανε να το καταλάβω. Με την ασθένεια του Δημήτρη. Με το ατύχημα που παραλίγο να μου κοστίσει τη ζωή στη Βουδαπέστη. Είναι θέμα μιας στιγμής. Ζούμε σε έναν κόσμο που τρέχει διαρκώς. Και συχνά κινδυνεύουμε να τρέχουμε μαζί του, ξεχνώντας αυτό που δίνει νόημα στη ζωή: τους αγαπημένους μας, την οικογένειά μας, τους ανθρώπους που αγαπάμε, τη βοήθεια προς τους άλλους.
Γι’ αυτό υπάρχει το ίδρυμα “Save Moras”. Για να μη ξεχνάμε ποτέ. Να μη ξεχνάμε τον αδελφό μου, την ψυχή του, τις αξίες του. Να μη ξεχνάμε την ομορφιά και τη σημασία του να προσφέρεις, του να βοηθάς τους άλλους να σωθούν. Γιατί σώζοντας, σώζουμε και τον εαυτό μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο νόημα στη ζωή μας. Να βοηθάς, να λες στους ανθρώπους πόσο τους αγαπάς, να είσαι με και για τους άλλους. Είναι όμορφο να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος στον κόσμο. Το ξέρω· μου το έμαθε ο Δημήτρης».
πηγή ΑΠΕ ΜΠΕ














