Οι τελετές της Τυρινής Δευτέρας, στα χωριά του Μικρού Αίμου (Στράντζα, περιοχή Βιζύης στην Ανατολική Θράκη) διαθέτουν μία μοναδική πληρότητα δράματος, δηλαδή τελετή με καθορισμένο και αυστηρό τυπικό. Στις τελετές αυτές αποτυπώνεται η πανάρχαιη καταγωγή τους που συνδέεται με τη διονυσιακή λατρεία και παραπέμπει ημερολογιακά στα «Ανθεστήρια» (Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, τόμος ΙΑ΄, 1943–44:4,119–120).
Το δρώμενο του «Καλόγερου» ή «Καλόγεροι» ή «»Καλογέρ’κα», ως ευετηρικό έθιμο της Θράκης για την καλοχρονιά και την γονιμότητα, αποτελεί μια σπάνια μεταφορά αυτούσιου του εθίμου από τους πρόσφυγες, που τελείται αδιάλειπτα έως σήμερα στο Καλαμπάκι Δράμας όπως ήρθε μαζί με τα υπόλοιπα έθιμα από το Κρυόνερο της Βιζύης.
Το Κρυόνερο (τουρκικά: Soğucak) παραμένει μέχρι σήμερα ένα άγνωστο χωριό, αθέατο στο ανάγλυφο της περιοχής, καλά κρυμμένο στην ιστορία. Ένα χωριό που οι κάτοικοί του επέλεξαν να είναι εκτός θέας ώστε να μην κινδυνεύουν από επιδρομές. Όπως το περιγράφει λογοτεχνικά ο Λακίδης το 1899 πρόκειται για ένα χωριό «…εις τας όχθας ποταμίου τινός εν μέσω δύο εκατέρωθεν βουνών, ως φωλεά στρουθίων εν μέσω φυλλωμάτων. … η ονομασία αυτού φαίνεται ότι εγένετο εκ των πολλών και δροσερών υδάτων…». (Λακίδης, 1899:68). « Το χωριό ήντανε κατ’ ‘ς στο τσαντέ. Κι επειδή ντούζ’κα πάθαιναν ζημιές ‘πε τ’ς Τούρκοι, ‘πε τ’ς Τσερκέζ’δες, ‘πε ντι Κρίτσαλέδες που πάαιναν και τους κέτσευαν για παράδες, για κορίτσια, ο κόσμος πήραν τα μάτια ν’τους κι επήγαν μέσ’ σε λάκκο σε δυο μπαλκάνια ανάμεσα που ήνταν όλο δέντρα…” (μαρτυρία Γ. Παπαδόπουλου, γεν. 1897, στο Χατζόπουλος 1977:102,103). “Αυτό το χωριό κατά την τοπική παράδοση, βρισκόταν πρώτα πολύ πιο νότια, επάνω στο δρόμο Βιζύης — Βουνάρ Χισάρ. Μάλιστα σ’ ένα σημείο φαίνονται διάφορα ερείπια οικοδομών. Εγκαταλείφτηκε από τούς κατοίκους μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως ένεκα των διαρπαγών, δηώσεων, και φόνων, τους όποιους διέπρατταν τα διερχόμενα στίφη. Απηύδησαν, κι’ άλλοι εκ των κατοίκων διασκορπίστηκαν εδώ κι’ εκεί, άλλοι πάλι ήλθαν εδώ ψηλά μέσα σ’ αυτή την προφυλαγμένη φωλιά και αποτέλεσαν τό σημερινό χωριό. Το είπαν Κρυόνερο, και πολύ σωστά …” (Κιακκίδης 1960). Η πλειοψηφία των κατοίκων του εγκαταστάθηκαν οριστικά μετά το 1922 στο Καλαμπάκι Δράμας μεταφέροντας μαζί τους τα έθιμα και δρώμενα του χωριού τους. Το “κουρμπάνι”, τον “Καλόγερο” και τα “Θρακιώτικα κάλαντα”. Και τα τρία αφομοιώθηκαν από τους κατοίκους στο Καλαμπάκι και έγιναν σάρκα δικιά τους. Από το 2023 και τα τρία αποτελούν εγγεγραμμένα στοιχεία στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας.
Ο Θρακικός Καλόγερος περιγράφεται εκτενώς για πρώτη φορά από τον Γ. Βιζυηνό το 1888 με τίτλο «Οι Καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη» στο περιοδικό «Εβδομάδα», όπου και περιγράφει αναλυτικά το δρώμενο, όπως αυτό γινόταν στον Άγιο Γεώργιο, χωριό του Καζά της Βιζύης. Αποτυπώνεται φωτογραφικά από τον αρχαιολόγο Richard Dawkins σαράντα σχεδόν χρόνια από την πρώτη περιγραφή του Βιζυηνού, το 1906. Παρότι ο Βιζυηνός έλκει την καταγωγή του από το Κρυόνερο, δεν αναφέρεται στο σχετικό έθιμο, ίσως γιατί οι μνήμες και η σχέση του με το χωριό ήταν μάλλον ανεπαρκείς μετά την απώλεια του πατέρα (ο Κρυονερίτης Μιχαήλος Σύρμας πέθανε όταν ο ίδιος ήταν μόλις πέντε χρονών). (Εβδομάς, 1888, φύλλα 32–35).
Οι τελετές της Τυρινής Δευτέρας στα χωριά του Μικρού Αίμου διαθέτουν σύμφωνα με τον καθηγητή Κωνσταντίνο Ρωμαίο καθορισμένο και αυστηρό τυπικό. Τις διαχωρίζει με βάση την περιοχή που διαδραματίζονται: «Γύρω στη Βίζα στα χωριά και στη Γέννα εγίνοταν η εορτή, όπως την ξέρομε από το Βιζυηνό, με ανεπτυγμένη δραματική παράσταση. Στην Αδριανούπολη και γύρω απ’ αυτή, Ορτάκιοϊ, Σαμόκοβο(sic), Αφκαριού, όπως και στο Κωστή, λείπει το καθαυτό δράμα, αλλ’ υπάρχουν άλλα για το σκοπό της ευφορίας αποτελεσματικά δρώμενα…» (Ρωμαίος, 1944–45:81,132 ). Οι τελετές που επιζητούν την ευγονία της γης και των ανθρώπων σε όλη την Ελλάδα διαθέτουν πάντα την αμφίεση και την τελετουργία. “Είναι φανερό, πώς όλες οι πολυάριθμες τελετές έχουν τό ίδιο περιεχόμενο και τον ίδιο σκοπό μέ την τελετή Θρακικής τυρινής Δευτέρας ούτε σημαίνει διαφορά ουσιαστική ή διαφορετική εποχή καί ή μακρινή απόσταση τού ενός από τον άλλον Ελληνικόν τόπο. Της Μπάμπως η ημέρα, οι Μωμόεροι τού Πόντου, οι μεταμφιεσμένοι της Μακεδονίας καί Θεσσαλίας μέ τις ποικίλες ονομασίες τους γίνονται τό δωδεκάημερο καί κυρίως από τήν 1—8 του Γενάρη, οι Μάηδες τού Πηλίου τήν πρωτομαγιά, τά Ρουσάλια τής Πάργας 1—8 τού Μάη καί τά τού Βαλσαμώνα μετά τό Πάσχα, η μεγάλη «Ελληνική πανήγυρις» τού γνωστού Κανόνα τήν 1η τού Μάρτη καί ο ηπειρωτικός Ζαφείρης γενικά τήν άνοιξη. .. Σέ καμιά από αυτές δέν έχομε τό εξαιρετικά επιβλητικό έθιμο τής αροτρίωσης.”(Ρωμαίος, 1944–45:110).
- Το δρώμενο ως ζώσα παράδοση
Τα δρώμενα που αποτελούν ζώσα κληρονομιά και όχι αναπαράσταση ενθύμησης γεγονότος που δεν απηχεί την εξέλιξη μέσα από την συμμετοχή της κοινότητας, κρατούν την αρχέγονη μνήμη και την μετασχηματίζουν σε ζώσα παράδοση. Στο Καλαμπάκι, παρότι δεν εστίασε ποτέ η επιστημονική έρευνα πριν το 2023, το δρώμενο διαφυλλάσσεται ως σήμερα “ως φωλεά στρουθίων εν μέσω φυλλωμάτων”(σαν φωλιά σπουργιτών ανάμεσα στα φυλλώματα).
Η αυστηρή τελετουργία, η ζωόμορφη αμφίεση, το σκηνικό που απαιτεί η τέλεσή του μαρτυρούν και τη γνήσια θεατρικότητα του δρώμενου. Η σύνθεση του θιάσου δεν είναι τυχαία και η εξέλιξη του μύθου διαθέτει προκαθορισμένη και αυστηρή αλληλουχία από επεισόδιο σε επεισόδιο.
Το πρωί της Τυρινής Δευτέρας συγκεντρώνονται δέκα έως είκοσι παλικάρια, που πρέπει να είναι ανύπαντρα, και διαλέγουν μεταξύ τους έναν ο οποίος θα είναι «καλόγερος». Στη συνέχεια τον ντύνουν με δέρματα ζώων (προβιές) και στη μέση του περνούν κουδούνια προβάτων. Το πρόσωπό του το βάφει με στάχτη και στο κεφάλι φοράει μια κουκούλα από δέρμα ζώου. Στα χέρια του κρατά δύο ξύλα, τα ντοκμάκια. Οι συνοδοί του είναι ντυμένοι με ποτούρια και έχουν επίσης βαμμένα με στάχτη τα πρόσωπά τους. Στην παρέα υπάρχει πάντα και κάποιος μεταμφιεσμένος σε τσιγγάνα (κατσιβέλα), που ενίοτε συνοδεύεται από τον γύφτο (κατσίβελο).
Μόλις ο θίασος συγκροτηθεί ξεκινά ο αγερμός. Περιφέρονται στα σπίτια του χωριού με τη συνοδεία μιας γκάιντας δημιουργώντας πολύ θόρυβο. Ο καλόγερος με τα ντοκμάκια χτυπά τα κάρα στις αυλές των χωριανών, λέγοντας πως έχουν χαλάσει και για την επιδιόρθωσή τους απαιτεί να πληρωθεί ο ίδιος και η παρέα του. Πολλές φορές κάποιοι από τη συνοδεία κρατούν αλυσίδες στα χέρια και δένουν από το λαιμό τον οικοδεσπότη ζητώντας να εξοφληθεί το «μπετέλι»(χρέος). Οι νοικοκυραίοι τους δίνουν συνήθως χρήματα και αυγά. Παράλληλα, κερνούν τον καλόγερο και τη συντροφιά του διάφορους μεζέδες με τσίπουρο ή κρασί.
Στην εξέλιξη της κύριας φάσης του δρώμενου, οπότε και γίνεται η συμβολική άροση και η σπορά της γης, είναι καταφανής ο χαρακτήρας της ιερότητας της πράξης για τους μετέχοντες, καθώς η σπορά και η άροση αποτελούν βασικές εργασίες βιοπορισμού για την κοινότητα.
Λίγο πριν τη δύση του ήλιου ο θίασος καταλήγει στην πλατεία, όπου συγκεντρώνονται όλοι οι κάτοικοι. Συνολικά γίνονται τρεις περιφορές (κύκλοι), ενώ η γκάιντα συνοδεύει το δρώμενο σε όλη τη διάρκεια της τέλεσής του. Η συντροφιά του καλόγερου παλιότερα επέλεγε τον καλύτερο νοικοκύρη του χωριού και τον έχριζε βασιλιά– σήμερα βέβαια, ο «βασιλιάς» και ο «καλόγερος» προσφέρονται εθελοντικά για να αναλάβουν το ρόλο τους. Ταυτόχρονα, καταφθάνει ένα ξύλινο άροτρο, στο οποίο οι μεταμφιεσμένοι παίρνουν τη θέση των βοδιών, και ο βασιλιάς κρατώντας το αλέτρι κι ένα ξύλινο κοντάρι τους κεντρίζει για να «οργώσουν» τη γη.
Κάποια στιγμή οι μεταμφιεσμένοι που έχουν τη θέση των βοδιών πέφτουν κάτω προσποιούμενοι ανημποριά. Η επαφή με τη μάνα γη αποτελεί μέρος του δρώμενου, ώστε να τους δοθεί η δύναμη και η χάρη της. «Ματιαγμένα …», φωνάζουν οι υπόλοιποι κι ο βασιλιάς πρέπει να ξεματιάσει τα «ζώα» του λέγοντας τα σωστά λόγια για να μπορέσει να συνεχιστεί η διαδικασία. Μετά το εικονικό όργωμα, στη δεύτερη περιφορά, ο βασιλιάς παίρνει έναν τενεκέ με σιτάρι και καλαμπόκι που έχει αναμειχθεί με στάχτη και σπέρνει το υποτιθέμενο οργωμένο χωράφι σκορπώντας τον σπόρο με το χέρι. Τα παλιότερα χρόνια όσοι το παρακολουθούσαν είχαν τα χέρια τους λερωμένα με τις μουτζούρες της σόμπας και λερώνονταν μεταξύ τους.
Κατά τη διάρκεια της σποράς ο βασιλιάς φωνάζει διάφορες τιμές για τα βασικά αγροτικά προϊόντα, οι οποίες είναι σκανδαλωδώς υψηλές, επιζητώντας με τον τρόπο αυτό να έχουν καλή σοδειά αλλά και καλές τιμές πώλησης των κόπων τους:
«Φέτος το στάρ’ 5 φράγκα,
Φέτος το κριθάρ’ 4 φράγκα,
φέτος το καλαμπόκ’ 3 φράγκα!
φέτος τζάμπα το μ’νί»!
Η τελευταία «ευχή» συνδέεται άμεσα με την ανάγκη που υπήρχε τον παλιό καιρό, όταν οι άνθρωποι ήταν ολότελα εξαρτημένοι από τη γεωργία, για την συνεχή ανανέωση και ύπαρξη πολλών εργατικών χεριών, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της δύσκολης δουλειάς στον κάμπο. Πέρα λοιπόν από τη γονιμότητα της γης απαραίτητη ήταν και η γονιμότητα των συζύγων, ευχή που δεν έχασε την επικαιρότητά της στο πέρασμα των χρόνων.
Στο Κρυόνερο αμέσως μετά τη σπορά ο βασιλιάς με τη συνοδεία των «καλογέρων» όδευε προς το ποτάμι, όπου οι ακόλουθοι έριχναν τον εκλεγμένο βασιλιά στο νερό σε ένα συμβολικό βάπτισμα. Η κατάδυσή του(θάνατος) και η ανάδυσή του (ανάσταση) στη συνέχεια σχετίζεται, εκτός από τον συμβολισμό του θανάτου και της αναγέννησης, με την εξαγνιστική ιδιότητα του νερού. Με τον τρόπο αυτό η επιστροφή στη ζωή έχει και την έννοια της κάθαρσης και του εξαγνισμού. Στο Καλαμπάκι το έθιμο τελειώνει με το κατάβρεγμα του βασιλιά από τους παρευρισκομένους κατοίκους, σε μια συμβολική κίνηση που ολοκληρώνει το τελετουργικό. Η «αλλαγή» αφορά την ενσωμάτωση του εθίμου στον νέο τόπο ζωής που έχει διαφορετική γεωμορφολογία από την πατρίδα τους το Κρυόνερο, το οποίο διασχίζει ένα ποτάμι χωρίζοντάς το στη μέση. Στα χρόνια της λυψειδρίας που έρχονται ο συμβολισμός θα αποκτήσει ίσως άλλη έννοια για την κοινότητα.
Το δρώμενο τελειώνει με πειράγματα, κέφι και χορό από τους μεταμφιεσμένους και συνεχίζεται ως αργά με όλους τους κατοίκους στον τόπο που εκτυλίχτηκε το σκηνικό. (Χατζόπουλος, 1977:110–114, Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Καλαμπακίου, 2011:28–31). Λέγεται ότι πριν από την έλευση του ηλεκτρικού ρεύματος και αφού είχε σκοτεινιάσει, νεαροί άνδρες έχοντας μουτζουρώσει τα πρόσωπα και τα σώματά τους με καπνιά από τα μπουριά της σόμπας, ολόγυμνοι έτρεχαν ανάμεσα στο πλήθος σε ένα γρήγορο πέρασμα, ώστε να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους (προφορική μαρτυρία Γιώργου Μυλωνά).
- Η τεκμηρίωση
Το δρώμενο “αγνοείται” επιστημονικά, παρότι είναι καταγεγραμμένο βιβλιογραφικά για πρώτη φορά το 1977 από τον Γ.Κ. Χατζόπουλο και χρησιμοποιείται ως βιβλιογραφική αναφορά. Το 2023 το Εργαστήριο/Πολιτισμός-Σύνορα-Φύλο, Τμήμα ΒΣΑΣ, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας υπογράφει συμφωνητικό συνεργασίας με τον Μορφωτικό Πολιτιστικό Σύλλογο Καλαμπακίου, που έχει την ευθύνη για κάθε έθιμο και δρώμενο του χωριού, καταγράφει μέσα από την Ανθρωπολογική προσέγγιση το δρώμενο και παρουσιάζει την πρώτη προσέγγιση στην ημερίδα που διοργανώνει ο Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Καλαμπακίου το 2024 «Ο πολιτιστικός πλούτος της Δράμας, ανάδειξη και διαφύλαξη» με τίτλο “Συνδιαμορφώνοντας γνώσειςκαι αναστοχασμούς για την πολιτισμική κληρονομιά.
Εκατό χρόνια μετά την Ανταλλαγή και την οριστική εγκατάσταση των προσφύγων από το Κρυόνερο στο Καλαμπάκι (η πρώτη ήταν το 1914, στο “Μαύρο Πάσχα των Θρακών”) το δρώμενο του Θρακικού Καλόγερου της Βιζύης ευτυχώς “ανακαλύπτει” η Ξάνθη στις “Θρακικές Λαογραφικές Εορτές – Ξανθιώτικο Καρναβάλι” με τον τίτλο «Ξάνθη Reloaded», όπου η πόλη φιλοξενεί παραδοσιακά δρώμενα (όπως ο «Καλόγερος» και το «Γαϊτανάκι») .
Όμως, άλλο reloaded (επαναφόρτωση) και άλλο ζώσα παράδοση, Η αναζήτησή μας οφείλει να περιέχει και τα δύο, να περιέχει την κάθε μορφή έκφρασης της ζώσας κληρονομιάς με οποιανδήποτε έκφανση.
- Η “Καλογεροδευτέρα” την Δευτέρα της Τυρινής στο Καλαμπάκι
Η Καλογεροδευτέρα για το Καλαμπάκι δεν είναι απλά μια παρακαταθήκη της πρώτης γενιάς των προσφύγων αλλά η ζώσα παράδοση που ενισχύει την κοινή ταυτότητα που αποκτήθηκε με τα χρόνια, αυτή του Καλαμπακιώτη ανεξάρτητα από την καταγωγή. Την παραμονή συγκεντρώνεται ο θίασος στον Σύλλογο και συζητά τα σχετικά της επόμενης μέρας, εκεί αποφασίζεται ποιός θα έχει ποιόν ρόλο.
Στις 10 το πρωί η συντροφιά του «Καλόγερου» συγκεντρώνεται στον χώρο του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Καλαμπακίου και με τη φροντίδα των παλιότερων ετοιμάζεται. Ο νεαρός που θα υποδυθεί τον «Καλόγερο» ντύνεται τελετουργικά με την προβιά και οι αρχαιότεροι του φορούν τα κουδούνια. Στο Καλαμπάκι αφουγκραζόμαστε, ζούμε την παράδοση με προσήλωση σε ότι μας κληρονομήθηκε, με «ευήκοα ώτα» στη γενιά που παίρνει στα χέρια της το δρώμενο. Πέρυσι, ένας μικρός Καλόγερος συνόδεψε τον πρωταγωνιστή Καλόγερο. Όχι ως σκηνοθετική παρέμβαση αλλά ως παράδοση που εξελίσσεται από τα κάτω, έτσι όπως η ζώσα κληρονομιά περνά από γενιά σε γενιά.
Με τη συνοδεία της γκάϊντας ξεκινά ο αγερμός την επίσκεψή του στο χωριό. Αρχικά επισκέπτεται την αγορά και στη συνέχεια τα σχολεία.
Το μεσημέρι η συντροφιά καταλήγει στον χώρο του Συλλόγου όπου τα μέλη τους δεξιώνονται και ετοιμάζονται για την κορύφωση του δρώμενου που θα γίνει στην κεντρική πλατεία.
Στις 4.30 το απόγευμα ξεκινά το εικονικό όργωμα, σπορά και πότισμα. Γίνονται τρεις περιφορές. Ο «βασιλιάς» που είναι πάντα ενήλικας και συνήθως έγγαμος (κατά το έθιμο εκλέγεται ο καλύτερος νοικοκύρης του χωριού), είναι ο πρωταγωνιστής. Το βρέξιμο, με το οποίο κορυφώνεται το δρώμενο, γίνεται στην τρίτη περιφορά και αφορά τον «βασιλιά». Η συντροφιά του «Καλόγερου» στο τέλος «σέρνει» τον χορό για όλους όσοι παρευρίσκονται.
Ακολουθεί παρέλαση μικρών καρναβαλιστών από κάθε εκπαιδευτική δομή του χωριού και του Δήμου.
Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Καλαμπακίου Δράμας



















