«Ιστορικό γεγονός», που αναδεικνύει τη συμβολή της ελληνικής γλώσσας στον παγκόσμιο πολιτισμό χαρακτήρισε ο καθηγητής Γλωσσολογίας Γεώργιος Μπαμπινιώτης την αναγνώριση της ελληνικής από την UNESCO ως μία από τις οχτώ γλώσσες που εορτάζονται διεθνώς.
Απευθύνοντας την κεντρική ομιλία σε εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, που διοργάνωσε στη Ροτόντα η υπηρεσία Διεθνών Σχέσεων Θεσσαλονίκης του υπουργείου Εξωτερικών, ο καθηγητής αναφέρθηκε στις προσπάθειες πολλών ετών που έφεραν την επιτυχία «μια μικρή χώρα σε έκταση και πληθυσμό να πάρει αυτή την αναγνώριση και να δικαιωθεί ο Ελύτης, όταν έλεγε “αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!”». Ο κ. Μπαμπινιώτης αναφέρθηκε στα στοιχεία και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας, στα οποία στηρίχθηκε η απόφαση που ελήφθη από την UNESCO, ενώ έθεσε ως επόμενη πρόκληση για τη χώρα να επιδιώξει την επαναφορά της διδασκαλίας των ελληνικών και των λατινικών στα Γυμνάσια-Λύκεια της Ευρώπης.
«Αναγνωρίστηκε ότι η ελληνική γλώσσα είναι το όχημα έκφρασης ενός μεγάλου πολιτισμού, του πολιτισμού που σφράγισε ό,τι ονομάζουμε ευρωπαϊκό πολιτισμό, δυτικό πολιτισμό που μέσα από αυτόν τον πολιτισμό επηρέασε τον παγκόσμιο πολιτισμό. Αυτό είναι το νόημα της αναγνώρισης […] επείσθησαν οι εκπρόσωποι όλων των χωρών να αναγνωρίσουν αυτή τη συμβολή του ελληνικού πνεύματος στον παγκόσμιο πολιτισμό. Αυτό είναι το νόημα αυτής της αναγνώρισης που περνάει φυσικά μέσα από τη γλώσσα», είπε ο κ. Μπαμπινιώτης, υπογραμμίζοντας πως «εφεξής, κάθε χρόνο στις 9 Φεβρουαρίου, θα ανακαλούμε στη μνήμη τη σημασία της ελληνικής γλώσσας, μέσα από τις πρεσβείες μας, τα προξενεία μας, τις κοινότητες, τα σωματεία, τα πανεπιστήμια» και «παράλληλα θα αναγνωρίζεται στην πράξη και θα μνημονεύεται και θα αναδεικνύεται η σχέση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού με την Ευρώπη».
«Αξιωθήκαμε καίριες έννοιες του ανθρωπίνου πνεύματος μέσα από μεγάλους στοχαστές, γιατί ένας Πλάτωνας, ένας Αριστοτέλης και ένας δημιουργός όπως ο Όμηρος ή ένας ιστορικός όπως ο Θουκυδίδης ή άνθρωποι σκεπτόμενοι όπως οι δραματουργοί μας, ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης, ακόμη και ο Σοφοκλής και ο Αριστοφάνης, όλα αυτά τα πνεύματα τις έννοιες που συνέλαβαν χρειάστηκε να τις αποδώσουν με ελληνικές λέξεις», παρατήρησε.
Αναφερόμενος στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας, που προβλήθηκαν στο κείμενο, στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση που ελήφθη από την UNESCO και οδήγησε στο ιστορικό γεγονός της αναγνώρισης της παγκόσμιας μέρας ο κ. Μπαμπινιώτης εξήγησε πως πρόκειται για «τρία χαρακτηριστικά που αξίζει οι Έλληνες και να τα θυμόμαστε και να τα αναφέρουμε και να τα διδάσκουμε και πάνω απ’ όλα να τα συνειδητοποιήσουμε».
Το πρώτο εξ αυτών, όπως διευκρίνισε, είναι η αδιάσπαστη συνέχεια 40 αιώνων προφορικού λόγου της ελληνικής γλώσσας. «Αρχαίες γλώσσες υπάρχουν κι άλλες -η Αιγυπτιακή, η Κινεζική, η Σουμεριακή-, αυτές όμως δε συνέχισαν να υπάρχουν ανά τους αιώνες και σήμερα. Η ελληνική έχει αυτή την αδιάκοπη συνέχεια σαράντα αιώνων, πράγμα που είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί αναδεικνύει όχι μόνο την αρχαία μας γλώσσα, αλλά και την μεσαιωνική, την βυζαντινή και την νέα ελληνική. Γιατί; Μα αφού είναι αδιάσπαστη η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, μία είναι η ελληνική γλώσσα. Εμείς οι μελετητές είμαστε υποχρεωμένοι να αναφερόμαστε σε διαφορετικές περιόδους», είπε.
Ως δεύτερο στοιχείο αναφέρθηκε στη «μοναδική καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας λόγω των ανεπανάληπτων διανοητών τού ελληνικού πολιτισμού» . «Όταν ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης εκφράζουν και συλλαμβάνουν τις έννοιες, αυτές πρέπει να δηλωθούν γλωσσικά. Άρα ο τρόπος είναι το λεξιλόγιο που φτάνει σε πολύ λεπτές ακριβείς διακρίσεις που τις χρειάζεται η φιλοσοφία, η ρητορική, η επιστήμη, το δράμα, το θέατρο, τις χρειάζεται όλη η δημιουργία. Το δεύτερο είναι ότι το ύφος του λόγου, δηλαδή η σύνταξη, που πρέπει να υπηρετήσει τα νοήματα. Τα νοήματα που συλλαμβάνουμε όταν έρχονται να εκφραστούν γλωσσικά εκφράζονται μέσα από την δομή της γλώσσας που είναι η σύνταξη. Άρα καλλιεργήθηκε η σύνταξη σε μεγάλο βαθμό μέχρι και την ευφυΐα του πλαγίου λόγου –όταν μιλάμε για κάτι παρελθόν και μειώνεται η βεβαιότητά μας και πρέπει αυτή η μείωση της βεβαιότητας να δηλωθεί γλωσσικά», ανέφερε.
Ως τρίτο στοιχείο μίλησε για την οικουμενική παρουσία της ελληνικής γλώσσας μέσα στα κείμενα ανά τις ιστορικές περιόδους. «Η ελληνική παρουσία είναι διαχρονική, όπως είναι και η ακατάπαυστη προφορική της παράδοση», είπε ο κ. Μπαμπινιώτης παραπέμποντας σε άρθρο του Βρετανού γλωσσολόγου του «The Cambridge Encyclopedia of the English Language» David Crystal για την αγγλική ως κλασική γλώσσα, όπου εξηγεί ότι «τα 2/3 της αγγλικής προέρχονται από την ελληνική και από τη λατινική, άρα, η αγγλική είναι μια κλασική γλώσσα, δυνατή γλώσσα, αφού πατάει πάνω στις δύο κλασικές γλώσσες και ιδίως στην ελληνική». «Τα λέει ο Crystal αυτά. Και εμείς καμιά φορά ντρεπόμαστε να τα πούμε γιατί θα μας πούνε συντηρητικούς και αποφεύγουμε να τα πούμε αυτά, ενώ θα έπρεπε να είναι κύρια δομή και εστία της διδασκαλίας μας στα σχολεία και να αισθανόμαστε περήφανοι, αλλά να αισθανόμαστε και την υποχρέωση να κατακτήσουμε την ελληνική μας γλώσσα, μέσα από την οποία θα μπορούμε να προσεγγίσουμε και όλες τις άλλες», παρατήρησε ο κ.Μπαμπινιώτης.
«Να επανέλθει η διδασκαλία των κλασικών γλωσσών στην μέση εκπαίδευση»
Περαιτέρω ο καθηγητής έκανε αναφορά στις έδρες ελληνικών σπουδών και στη ζωτικής σημασίας προσπάθεια να ενισχυθούν. «Σήμερα οι έδρες αυτές είναι λίγες. Το Υπουργείο Εξωτερικών κάνει μία προσπάθεια να τις ενισχύσει, αλλά χρειάζεται άλλου τύπου προσέγγιση», επισήμανε, εξηγώντας πως «μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να επιδιώξουμε το δεύτερο μεγάλο κατόρθωμα για τη γλώσσα, να επανέλθει η διδασκαλία των κλασικών γλωσσών στην μέση εκπαίδευση».
«Ακούγεται λίγο -όπως ήταν και το ξεκίνημα για να αναγνωριστεί αυτός ο διεθνής εορτασμός της γλώσσας- ότι δεν είναι πιθανό. Όμως, είναι πολύ πιθανό γιατί οι ξένοι είναι έτοιμοι να το δεχτούν -ιδίως τώρα που τα πάντα έχουν γκρεμιστεί και υπάρχει αυτή η κατάσταση που έχει οδηγήσει και πολιτικά την Ευρώπη σε ακραίες καταστάσεις», είπε, εκφράζοντας την πεποίθηση του πως «αν δεν ξαναβρούμε τις ρίζες μας, τις βάσεις και σκέψεις του ευρωπαϊκού πολιτισμού -και αυτές περνάνε μέσα απ’ τα ελληνικά και τα λατινικά κείμενα-, θα είμαστε πάντοτε σε μία σύγχυση».
«Σύγχυση ιδεών μας χαρακτηρίζει αυτή τη στιγμή και νομίζω ότι εάν επιδιωχθεί αυτό, μπορεί κάποια στιγμή να κατορθωθεί, να υπάρξει μία συναίνεση ώστε να αρχίσουν να ξαναδιδάσκονται οι κλασικές γλώσσες στα Γυμνάσια και Λύκεια της Ευρώπης, ώστε να έχουμε μία άλλη επαφή με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό […] Ό,τι κάνουμε για τη γλώσσα -κόπος, χρόνος, επιμέλεια, προσοχή- είναι για την καλλιέργεια της σκέψης μας. Είναι επένδυση στη νόησή μας, στη σκέψη μας», επισήμανε.
Κλείνοντας την ομιλία του ο κ. Μπαμπινιώτης υπογράμμισε πως «αυτό το ιστορικό γεγονός που ήταν η αναγνώριση της ελληνικής γλώσσας να εορτάζεται διεθνώς, είναι πηγή υπερηφάνειας, αλλά είναι και ευκαιρία και κίνητρο να συνειδητοποιήσουμε την αξία της ελληνικής γλώσσας και όλοι -η πολιτεία μέσα από τη σχολική εκπαίδευση, τα μέσα ενημέρωσης που παράγουν λόγο και λειτουργούν ως πρότυπα λόγου, εμείς στην κοινωνία, η ίδια η εκκλησία που με τον λόγο της ανεβάζει το επίπεδο γνώσης της γλώσσας- να δημιουργήσουμε μία άλλη στάση απέναντι στη γλώσσα μας και να είναι αυτό η ανταπόκρισή μας στο ιστορικό γεγονός του διεθνούς -πλέον- εορτασμού της ελληνικής γλώσσας»
Ι.Λοβέρδος: Κορυφαία στιγμή για την Ελλάδα η αναγνώριση της παγκόσμιας ημέρας ελληνικής γλώσσας
«Η καθιέρωση της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας από την UNESCO αποτελεί κορυφαία στιγμή για την Ελλάδα και διεθνή αναγνώριση της διαχρονικής συμβολής της στον παγκόσμιο πολιτισμό», τόνισε ο υφυπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Λοβέρδος, δηλώνοντας ιδιαίτερα συγκινημένος για τον σημερινό πρώτο εορτασμό, εξηγώντας ότι «πρόκειται για το επιστέγασμα μιας πολυετούς διπλωματικής και πολιτιστικής προσπάθειας, που ανέπτυξε το Υπουργείο Εξωτερικών, σε στενό συντονισμό με τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην UNESCO, το Υπουργείο Πολιτισμού και το Υπουργείο Παιδείας».
Η πρωτοβουλία, όπως πρόσθεσε, «υποστηρίχθηκε αμέριστα από τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, του οποίου το όραμα για μια σύγχρονη, εξωστρεφή Ελλάδα παρείχε την πολιτική ώθηση, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην επιτυχή ολοκλήρωσή της προσπάθειας».
Ο κ. Λοβέρδος αναφέρθηκε στις πρωτοβουλίες μέσα από τις οποίες το υπουργείο Εξωτερικών στηρίζει πολύπλευρα την ελληνική γλώσσα, έχοντας θέσει την ελληνομάθεια στους βασικούς στόχους του Στρατηγικού Σχεδίου του για τον Απόδημο Ελληνισμό 2024-2027, ενώ διαβεβαίωσε ότι «το Υπουργείο Εξωτερικών θα συνεχίσει να στηρίζει έμπρακτα παρόμοιες προσπάθειες ενίσχυσης της ελληνομάθειας, μέσω της αύξησης του αριθμού των υποτροφιών και των προγραμμάτων φιλοξενίας».
«Σε περιόδους βίας αποσταθεροποίησης, πολέμων, αγριότητας, ακατανόητων δοκιμασιών που περνάει η ανθρωπότητα, εμείς οι Έλληνες έχουμε χρέος να απαντούμε σε αυτές τις προκλήσεις με τη γλώσσα και τον πολιτισμό μας. Στη βία λέμε όχι και σε αυτή αντιτάσσουμε τον αγώνα μας για πολιτισμό, ειρήνη, σεβασμό του κάθε ανθρώπου», κατέληξε ο υφυπουργός.
Ν.Παπαϊωάννου: Η ελληνική γλώσσα έθεσε τον άνθρωπο στο επίκεντρο του κόσμου των αξιών
Η αναγνώριση της Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας δεν αφορά μόνο στη γλώσσα μας, αλλά και στην ψυχή του ελληνισμού, επισήμανε στον χαιρετισμό που απηύθυνε ο αρμόδιος για την Ανώτατη Εκπαίδευση υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Νίκος Παπαϊωάννου.
«Η ελληνική ξεχωρίζει για τη συνεχή της παρουσία, για τον πλούτο και την επίδρασή της στις γλώσσες και τις επιστήμες. Στα σχολεία της Ελλάδας και της ομογένειας, όπου περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια άνθρωποι ζουν, μιλούν και μαθαίνουν ελληνικά, μαθαίνουν να σκέφτονται, να αισθάνονται, να επικοινωνούν», ανέφερε, σημειώνοντας ότι «στις χιλιάδες γλώσσες του κόσμου, η ελληνική ξεχωρίζει, καθώς είναι η μακροβιότερη ζωντανή και γραπτή γλώσσα της Ευρώπης».
«Μέσα από τον λόγο, η ελληνική γλώσσα έθεσε τον άνθρωπο στο επίκεντρο του κόσμου των αξιών. Έγινε το εργαλείο με το οποίο ο άνθρωπος έμαθε να στοχάζεται, να αμφισβητεί, να δημιουργεί. Από τη μήτρα αυτή γεννήθηκαν οι ίδιες οι έννοιες του πολιτισμού, της επιστήμης και της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας και της ισονομίας, που συνεχίζουν να τροφοδοτούν τον παγκόσμιο διάλογο των πολιτισμών. Με εργαλείο τη γλώσσα μας οι Έλληνες στοχαστές δημιούργησαν τη λογική, τον συλλογισμό, την ανάλυση, τα θεμέλια της κάθε επιστήμης και της ανθρώπινης επικοινωνίας. Έτσι, η ελληνική γλώσσα υπήρξε και παραμένει πρωτοποριακή. Είναι η γλώσσα που διαμόρφωσε τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ελευθερία», επισήμανε ο κ. Παπαϊωάννου.
Την εκδήλωση, που πλαισιώθηκε από φωνητικό και οργανικό μουσικό σύνολο του Ωδείου Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης, προλόγισε η διευθύντρια της υπηρεσίας διεθνών σχέσεων του ΥΠΕΞ Κατερίνα Τσαπικίδου. Παρευρέθηκαν -μεταξύ άλλων- εκπρόσωποι διπλωματικών αντιπροσωπειών, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Φιλόθεος, εκπρόσωποι των ενόπλων δυνάμεων, ο πρώην αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μαργαρίτης Σχοινάς, ο συντονιστής του πρωθυπουργικού γραφείου στη Θεσσαλονίκη Γ. Παπαγεωργίου, ο βουλευτής Δ. Κούβελας κ.α.
πηγή ΑΠΕ ΜΠΕ














