24.4 C
Serres

Γιώργος Ανδρέου : “Το Σερραϊκό μουσικό περιβάλλον διαμόρφωσε την επαγγελματική μου πορεία “

Date:

Μαγεμένος από το υπέροχο έργο του Ροστάν σ’ αυτή την πρώτη συνεργασία του στο κυπριακό θέατρο, ο συνθέτης των μεγάλων επιτυχιών εξηγεί γιατί η μουσική του έχει προϋποθέσεις ανθεκτικότητας.

 

Αλλά και γιατί εκεί που γεννήθηκε, στις Σέρρες, βρίσκονται πολλά από αυτά που θα καθόριζαν τη μετέπειτα επαγγελματική ταυτότητά του.

 

Με μεγάλη θητεία στο αρχαίο δράμα και με πιο πρόσφατη την αριστοφανική κωμωδία “Αχαρνής”, ο Γιώργος Ανδρέου αναμετριέται με έργα που δεν είναι μόνο απαιτητικά –αυτό ισχύει και για τον Συρανό Ντε Μπερζεράκ- αλλά και που έντυσαν με τη μουσική τους παλαιότερα σπουδαίοι Έλληνες συνθέτες. «Τα μεγάλα έργα είναι πάντοτε αινίγματα» λέει. «Ποτέ δεν τελειώνει με μια παράσταση η προσέγγισή τους. Πάντοτε θα υπάρχει και συνέχεια, γι’ αυτό και η σχέση μου με τη μουσική, ειδικά του αρχαίου δράματος μοιάζει με ένα workshop». Στους “Αχαρνής” λέει πως συνέβη κάτι πολύ καλό γι’ αυτόν. «Ήταν η πρώτη φορά που υπήρξε από το λαϊκό ακροατήριο μια θερμή ενθουσιώδης άμεση ανταπόκριση στη μουσική μου. Αισθανόμουν ότι ο κόσμος το εισέπραττε αμέσως. Και το λέω και εννοώ πως κάθε συνθέτης έχει μια στόχευση, κινείται προς μια κατεύθυνση, έχοντας την ίδια ώρα έναν κόσμο από κάτω που δεν ζητά το ίδιο πράγμα κάθε φορά». Αυτή η εξίσωση οδηγεί και τον ίδιο στην απάντηση τι είναι τέχνη. «Είναι ευκολότερο να το καταλάβεις όταν βλέπεις το έργο ενός ζωγράφου. Ο Γκόγια είναι ο Γκόγια, Ρέμπραντ είναι ο Ρέμπραντ. Το ίδιο ισχύει και για τους συνθέτες. Οπότε τι κάνεις; Παλεύεις με κάποια πράγματα και κάποια στιγμή παίρνεις την κατανόηση του κόσμου. Η διαδρομή βέβαια παραμένει συνεχής και στο θέατρο και παντού για ένα δημιουργό που θέλει να είναι ειλικρινής».

 

Τι θα ορίζατε ως ειλικρίνεια στην πορεία ενός καλλιτέχνη; Στην περίπτωση της μουσικής να μη συνθέτεις το ίδιο κλισέ. Γιατί άλλο το να είσαι σε έναν κόσμο που διερευνάς κι άλλο να είσαι σε ένα κλισέ επαναλαμβάνοντας τον εαυτό σου, με φόβο μην αλλάξεις και χάσεις την έγκριση του ακροατηρίου.

 

Πώς θα χαρακτηρίζατε τη δική σας διαδρομή όσον αφορά στην εξέλιξή σας; Κατ’ αρχήν δεν πιστεύω καθόλου πως ο καλλιτέχνης είναι ξεκομμένο νησί. Ουσιαστικά είναι σαν να έχεις δυο εαυτούς. Ο ένας είναι ο καλλιτέχνης που βρίσκεται στη δική του μονομανία και κάποια στιγμή εμπνέεται με τον τρόπο που καταλαβαίνει την τέχνη του και κάνει κάτι. Μετά έρχεται ο υπόλοιπος εαυτός μας που είναι ο άνθρωπος που πληρώνει τους φόρους του, ασχολείται με το παιδί του, κάνει βόλτες, διαβάζει βιβλία, ενημερώνεται για το τι γίνεται δίπλα του… Όλο αυτό είναι ένα χωνευτήρι στο οποίο συνυπάρχει το υπερλογικό στοιχείο που δεν ελέγχεις και που μπερδεύεται με τον υπόλοιπο εαυτό σου. Όσο πιο καλλιεργημένος, ευαίσθητος, ανήσυχος ή με ποιοτικά χαρακτηριστικά -όσον αφορά στην παιδεία και την κοινωνική στάση σου- όσο πιο πολύ αυτό είναι αναπτυγμένο μέσα σου, τόσο πιο καλή είναι η επικοινωνία σου απέναντι στο έργο που έχεις. Απαντώντας θα έλεγα πως η δική μου στάση απέναντι στην εξέλιξη του έργου μου είναι πως αν δεν έχω ζωτικό λόγο για να κάνω κάτι δεν το κάνω για να επιβεβαιώσω πως μπορώ. Θέλω να προκύψει μέσα από μια ουσιώδη ανάγκη να γράψω.

Θεωρείτε πως υπήρξαν στιγμές-σταθμοί στην εξελικτική σας αυτή πορεία; Θα έλεγα πως υπήρξαν δυο δημιουργικές φάσεις στη ζωή μου. Την πρώτη την ονομάζω περίοδο μαθητείας, η οποία τελείωσε γύρω στο 2000. Είναι μια περίοδος που είχα την ασφάλεια ότι δρω και παράγω ένα έργο, έχοντας μπροστά μου μεγάλους προπάτορες. Δηλαδή όπως κάθε ειλικρινής δημιουργός ήθελα να γευτώ διάφορα στοιχεία που συγκροτούν τον πολιτισμό του τόπου μου, τη σχέση με τον σύγχρονο ήχο, τον ήχο εκτός ελληνικού τοπίου, με την ακαδημαϊκή μουσική, την παραδοσιακή, γνωρίζοντας πως υπήρχε μπροστά από μένα κάποιος άλλος, όχι για να τον μιμηθώ, αλλά για να ξέρω πως υπάρχει ένα ίχνος: Χατζηδάκις, Θεοδωράκης, Μικρούτσικος, Σαββόπουλος… Στη δεύτερη φάση της διαδρομής μου, αλλάζει η στόχευση. Υπάρχει η δική μου άποψη πια για την τέχνη, δεν έχω κάποιο ίχνος ασφαλείας για να ακολουθήσω. Οι προπάτορες βέβαια είναι πάντα προπάτορες και όπως λέει ο Σαρτρ… πατάμε πάντοτε σε ώμους γιγάντων.

Τι πιστεύετε για το τραγούδι στην Ελλάδα σήμερα; Σκέφτομαι πως το τραγούδι έχει ανάγκη από ξεκούραση. Υπάρχει μια υπερδραστηριοποίηση στο χώρο του εμπορικού τραγουδιού, που το ευτελίζει ως τέχνη.

Και η σχέση ανάμεσα στο τραγούδι και τα κοινωνικά δίκτυα; Τα κοινωνικά δίκτυα δεν παράγουν τέχνη, ούτε δίνουν πληροφορία, είναι για το κουτσομπολιό, για να επιβεβαιώσουν αυτό που είπε ο Γουόρχολ για τη δημοσιότητα των δέκα λεπτών. Τα κοινωνικά δίκτυα αφορούν ένα λαϊκό υποπολιτισμό και εξαιτίας όλων αυτών παρατηρώ το εξής τραγικό: ενώ η λαϊκή κουλτούρα από τη δεκαετία του ’60 και μέχρι τέλη ‘80 είναι μια προοδευτική κουλτούρα, ξαφνικά επί κυριαρχίας της ψηφιακής εικόνας και των κοινωνικών δικτύων γίνεται ακραία συντηρητική, λόγω της εύκολης επιτυχίας που αναζητούν όλοι χωρίς ιεράρχηση, χωρίς καμία βαθύτερη κριτική να συμβαίνει. Όλα οδηγούνται έτσι σε ένα σταδιακό φασισμό της κοινωνίας, γιατί αρχίζουν και δουλεύουν οι φαντασιακές προβολές αντί η αληθινή σχέση με τη ζωή σου. Η τεχνολογία είναι σαν τον Ιανό. Έχει δυο κεφάλια. Από τη μια υπάρχει η δημιουργικότητα, το άλλο όμως είναι τραγικό, ειδικά για κοινωνίες με μικρή δυναμική όπως η ελληνική.

Γυρίζοντας πίσω τον χρόνο και πηγαίνοντας στις Σέρρες όπου γεννηθήκατε, πώς ξεκίνησε αλήθεια η σχέση σας με τη μουσική; Οι γονείς μου με πήγαν στο Ωδείο Σερρών από εφτά χρονών. Ήταν μορφωμένοι άνθρωποι, ο πατέρας μου δικηγόρος και δήμαρχος Σερρών, η μητέρα μου οικονομολόγος. Το Ωδείο είχε 83 μαθητές, αλλά μόνο εγώ έγινα μουσικός. Αυτό κάτι σημαίνει. Ήμουν ένα παιδί που του άρεσε η μουσική, τότε όμως δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Αυτό το πράγμα με ευχαριστούσε και δεν με καταπίεζε. Ήθελα να πηγαίνω στο Ωδείο και να μελετώ πιάνο, ακόμα κι όταν οι φίλοι μου παίζανε ποδόσφαιρο. Με κορόιδευαν τότε, τώρα μ’ αγαπάνε όλοι και τραγουδούν τα τραγούδια μου.






Το μουσικό περιβάλλον στις Σέρρες σας διαμόρφωσε ως μουσικό; Πιστεύω πως ναι, αυτό είναι που σε διαμορφώνει. Αυτό και το ακαδημαϊκό περιβάλλον μαζί. Ο νομός Σερρών ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς σε επίπεδο λαϊκής παράδοσης. Οι Σέρρες έχουν την Αγία Ελένη με τα Αναστενάρια, είναι από τα ελάχιστα μέρη με ασκούς και γκάιντες, με ήχους από διαφορετικές κουλτούρες που έφερναν μαζί τους οι πρόσφυγες. Όταν άκουγα να μιλάνε σπασμένα ελληνικά Σμυρνιοί, Καπαδόκες, Καραμανήδες τα λόγια τους στα αφτιά μου ακούγονταν μαγικά, σαν να τραγουδούσαν. Ήταν τα βαλκανικά τραγούδια από τη μία, από την άλλη η μπάντα του στρατού που έπαιζε εμβατήρια και συνθέσεις του Βέρντι, ήταν οι ζουρνάδες, το πιάνο κι ο Μπετόβεν, η γειτονιά των τσιγγάνων με τα κλαρίνα και τα παραδοσιακά τους βιολιά. Θυμάμαι πιτσιρικάς, πού με έχανες πού με έβρισκες, ήμουν στο καφενείο να τους ακούω. Όλα αυτά ανακατεύτηκαν με τις ροκ μπάντες της δεκαετίας του ’70 που δημιούργησα, την ηλεκτρική και την τζαζ μουσική που αγάπησα. Δεν φτάνει λοιπόν ένα πράγμα μόνο, αλλά ένα μίγμα από πράγματα. Θυμάμαι τις Κυριακές ακούγαμε ποδόσφαιρο στο ραδιόφωνο, λαϊκά από γραμμόφωνα και jukebox σε ταβέρνες. Ήταν μια Ελλάδα πιο αθώα, η Ελλάδα που μεγάλωσα. Κάναμε πικ νικ και με ένα ραδιοφωνάκι και στήναμε ολόκληρα γλέντια. Δεν υπήρχε αυτός ο νεοπλουτισμός, που καταρράκωσε την Ελλάδα από τη δεκαετία του ‘80 με τις νοοτροπίες επίδειξης.

Αναζητείτε καινούριες μουσικές σήμερα; Είμαι ένας ακροατής πολύ δημοκράτης. Μικρός άκουγα τα πάντα. Από Doors μέχρι κονσέρτο για πιάνο. Έτσι είμαι μέχρι τώρα. Δεν υπάρχουν στεγανά. Αυτά είναι στοιχεία υποπολιτισμού. Πρέπει να έχεις την ευστροφία και το θάρρος να δεχθείς πως ιδιομορφία και δημιουργικότητα υπάρχει παντού. Δεν σημαίνει πως κάποιος που γράφει κλασική μουσική είναι ανώτερος ποιοτικά από τον Βαμβακάρη για παράδειγμα. Θυμάμαι στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 συναντηθήκαμε μια ομάδα με τον σπουδαίο Γάλλο συνθέτη Olivier Messiaen. Ένας Αμερικάνος τον ρώτησε τι γνώμη έχει για την ροκ και την τζαζ και αυτός του είπε: να ξέρεις πως κάθε ψυχή έχει τη μουσική της και κάθε μουσική την ψυχή της. Έκανε μια παύση, χαμογέλασε και συνέχισε: Να ξέρεις όμως πως υπάρχει μόνο μία μουσική και μία ψυχή. Πρέπει να το αναγνωρίσεις το αριστούργημα όταν το δεις απ’ οπουδήποτε κι αν προέρθει. Και ο Χατζηδάκις κι ο Γκάτσος τέτοιοι άνθρωποι ήταν. Αυτοί βρίσκανε το ποιοτικό χαρακτηριστικό και το αυθεντικό παντού. Όλοι τους είχαν έναν ειλικρινή σεβασμό στον λαϊκό πολιτισμό.

Τη μουσική σας πώς την βλέπετε; Για τη μουσική μου λέω ότι έχει μια ευλογημένη καθυστέρηση, αφού δεν είναι τόσο άμεσης ανάφλεξης όσο η μουσική κάποιων άλλων. Αλλά είναι μουσική που κερδίζει από την εξέλιξή της μέσα στο χρόνο. Αργά και σταθερά. Κατά την άποψή μου έχει προϋποθέσεις ανθεκτικότητας. Και το καταλαβαίνω από τον κόσμο, που ανακαλύπτει κομμάτια που έγραψα πριν χρόνια, σήμερα.

Ήσασταν έτοιμος για τα σουξέ που κάνατε; Όχι και δεν το είχα υπολογίσει ούτε διεκδικήσει ποτέ αυτή τη δάφνη. Και σκεφτείτε πως ο συνδυασμός των δέκα πιο γνωστών μου τραγουδιών είναι ο εμπορικότερος της δεκαετίας. «Εγώ με την Αγάπη Μάλωσα», «Μικρή Πατρίδα», «Όλα τα Δύσκολα»… (Θυμάμαι τότε, όταν ο Χατζηδάκις άκουσε το «Κορίτσι Γυναίκα», μου τηλεφώνησε και μου είπε “συγχαρητήρια για τον εξαιρετικό σου δίσκο πολλαπλών επιρροών που δεν αποκαλύπτονται”. Και του απαντώ κι εγώ “ευχαριστώ γιατί είστε μια από τις κεντρικότερες”. Ο Χατζιδάκις έλεγε, ο ιδιοφυής κλέβει, ο ατάλαντος μιμείται…). Όχι λοιπόν, δεν το διεκδίκησα το σουξέ κι ο λόγος είναι δικός μου προσωπικός. Άμα είσαι χαλαρός και δεν διεκδικείς έχεις μια ελευθερία και μπορείς να τολμήσεις να κάνεις οτιδήποτε.

Πώς λειτουργείτε λοιπόν μετά από μια επιτυχία σας, έτσι ώστε να γράψετε ξανά; Πιστεύω ακράδαντα, πως είναι καλό να φεύγεις, να απομακρύνεσαι από το έργο για να μην σε τσαλαπατά. Γιατί αν το διεκδικείς υπερβολικά δεν μπορείς να το αποχωριστείς και να κάνεις κάτι καινούριο. Οι φίλοι μου, μου λέγανε μετά τη «Μικρή Πατρίδα» τι θα γράψεις; Κι έγραψα το «Άγιος ο Έρωτας», που είναι το πιο εμπορικό τραγούδι αυτή τη στιγμή στους γάμους. Το επιλέγει το ζευγάρι για να κάνει την είσοδό του στο δείπνο. Κάποιοι θα γελάνε τώρα, αλλά το γεγονός αυτό το βλέπω με πολλή συγκίνηση. Έτσι λειτουργώ. Έχω απορρίψει πολλές προτάσεις συνεργασιών που ήταν παραγγελίες. Δεν το μπορώ αυτό. Μόνο αν έχω αληθινό ενδιαφέρον θα το κάνω. Κι άμα το έχω, μπορώ και να μη φάω γι’ αυτό. Για δική μου ευχαρίστηση. Και τελικά αυτό ο κόσμος το αναγνωρίζει. Θυμάμαι όταν είχα πάει στην Αστυπάλαια τα πρώτα χρόνια για να αναλάβω το πολιτιστικό φεστιβάλ του νησιού ως καλλιτεχνικός διευθυντής, με έβλεπαν περίεργα, λέγανε πως πήγα εκεί για να αγοράσω ένα σπίτι, να εκμεταλλευτώ την κατάσταση. Έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε και συνεχίζω να το κάνω.

Ονειρεύεστε, αλήθεια, μεγαλώνοντας να αφήσετε την Αθήνα, να βρεθείτε σε ένα τέτοιο νησί, κοντά σε μια θάλασσα; Α πα πα. Ο κόσμος είναι κάτι πιο πολύ από τον ουρανό και τα φεγγάρια. Μ’ αρέσει η θάλασσα, αλλά για μένα το ενδιαφέρον -το εννοώ με την ερωτική έννοια του ενδιαφέροντος της ανθρώπινης ύπαρξης- είναι το επόμενο. Είμαι υπέρμαχος του νοήματος που έχει η ελευθερία. Αυτού που θα έρθει. Κι ας μην έρθει ποτέ. Αυτού που θα κάνω. Κι ας αποτύχω οικτρά. Η ζωή θα έχει νόημα επειδή το έκανες. Κι εγώ θα το προσπαθήσω.

 

Συνέντευξη του Σερραίου Γιώργου Ανδρέου στο philenews.com

 

 

ΠολιτισμόςΓιώργος Ανδρέου : "Το Σερραϊκό μουσικό περιβάλλον διαμόρφωσε την επαγγελματική μου πορεία...

Μοίρασε τη δημοσίευση:

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

Κάνε Εγγραφή!

Τελευταία Νέα

Ειδήσεις
ΣΧΕΤΙΚΕΣ

Το ΥΠΠΟΑ απαντά στην ανάκληση της δωρεάς του ΙΣΝ για την ανάδειξη των ευρημάτων στο Φαληρικό Δέλτα

"Το ΙΣΝ αποφάσισε την ανάκληση της δωρεάς επικαλούμενο καθυστερήσεις,...

Εγκαίνια πρώτης ατομικής έκθεσης του “ζωγράφου των χρωμάτων” Μάνου Ιωαννίδη- φωτο

Την Πέμπτη,19 Μαίου 2022,πραγματοποιήθηκαν με τεράστια επιτυχία τα εγκαίνια...

Χρυσό μυκηναϊκό δαχτυλίδι από τη νεκρόπολη της Ιαλυσού Ρόδου επιστράφηκε στην Ελλάδα από το Ίδρυμα Nobel

Ένα χρυσό σφραγιστικό δαχτυλίδι Μυκηναϊκών χρόνων, που φέρει παράσταση...