Αγανατζής, γιαχανατζής, σαμαρτζής, ρακιντζής, ουρακτσής, πατουζέρης, τριατατικός, μοιάζουν σήμερα με άγνωστες λέξεις. Κι όμως, ήταν επαγγέλματα που έδιναν δουλειά, ζωή και ταυτότητα στο Σουφλί του περασμένου αιώνα. Σε μια εποχή που η συγκεκριμένη πόλη (τότε) αποτελούσε ένα από τα πιο δυναμικά αστικά κέντρα της Θράκης, καροποιοί κατασκεύαζαν κάρα για όλη τη γύρω περιοχή, τενεκετζήδες έφτιαχναν τα απαραίτητα σκεύη μιας ζωής χωρίς πλαστικό, κτίστες και ξυλουργοί έχτιζαν διώροφα σπίτια σχεδιασμένα όχι για πολυτέλεια, αλλά για την εκτροφή μεταξοσκωλήκων. Επιπλέον, μηχανουργοί συναρμολογούσαν αυτοκινούμενα αγροτικά μηχανήματα, ενώ μεταξεργάτριες στα εργοστάσια ξετύλιγαν με υπομονή τη φούσκα του μεταξοσκώληκα, παράγοντας τη μεταξωτή κλωστή που έφτανε μέχρι τη Γαλλία και την Ιταλία.
Αυτή η, σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, επαγγελματική ζωή του Σουφλίου ζωντανεύει μέσα από το βιβλίο «Επαγγέλματα του περασμένου αιώνα στο Σουφλί», που κυκλοφόρησε στα τέλη του 2025, σε συνεργασία με το Λαογραφικό Μουσείο Σουφλίου «Γνάφαλα», με συγγραφέα τον Κώστα Δούλια.
Ο συνταξιούχος γεωπόνος μεγάλωσε στο Σουφλί, σε μια εποχή που η ακμή είχε ήδη αρχίσει να ξεθωριάζει. «Οι αναμνήσεις προέρχονται από δικούς μου ανθρώπους -γιαγιά, γονείς, θείους- οι οποίοι περιέγραφαν ότι το Σουφλί ήταν πολύ πιο δυναμικό παλιότερα. Εγώ γεννήθηκα τη δεκαετία του ’50 και πρόλαβα λίγο από τη δόξα του. Επειδή, λοιπόν, έλεγαν ότι φθίνει, ότι χάνονται επαγγέλματα κι ότι φεύγει ο κόσμος, από ενδιαφέρον να δω ποια επαγγέλματα ήταν αυτά, πώς ήταν και πώς χάθηκαν, κρατούσα κάποια στοιχεία», εξηγεί, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Αυτή η προσωπική ανάγκη καταγραφής εξελίχθηκε, χρόνια αργότερα, σε μια συστηματική προσπάθεια. Την ευκαιρία έδωσε ο περισσότερος ελεύθερος χρόνος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού την περίοδο της πανδημίας, ενώ την αίσθηση ότι το εγχείρημα θα έχει απήχηση δημιούργησε η θετική ανταπόκριση που λάμβαναν τα μεμονωμένα κείμενα που αναρτούσε σε διαδικτυακή ομάδα. «Η διαχειρίστρια της ομάδας με παρότρυνε να συνεχίσω και σιγά σιγά φτάσαμε στον αριθμό των 122 επαγγελμάτων», λέει χαρακτηριστικά.
Το βιβλίο είναι οργανωμένο αλφαβητικά, με κάθε κεφάλαιο αφιερωμένο σε ένα επάγγελμα, την περιγραφή του και τουλάχιστον μία φωτογραφία -επαγγελματιών, εργαλείων ή αντικειμένων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν και μαρτυρίες. Συνολικά περιλαμβάνει περίπου 200 φωτογραφίες, πολλές από οικογενειακά αρχεία. «Έχω ένα πολύ καλό φωτογραφικό αρχείο από τη γιαγιά μου, με φωτογραφίες από το 1893. Κάποιοι απορούν, αν υπήρχε τότε φωτογραφία. Όμως, το Σουφλί μέχρι το 1920 ήταν κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δίπλα στην Αδριανούπολη, πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη, και είχε άμεσες επιρροές -λόγω και της σηροτροφίας, από την Προύσα», σημειώνει.
Όπως αναφέρει, την ίδια περίοδο το Σουφλί ήταν ένα αστικό κέντρο, τη στιγμή που η Αλεξανδρούπολη ήταν ακόμη ένα ψαροχώρι, το Διδυμότειχο -αν και παλαιότερη πόλη, δεν είχε την ίδια οικονομική ακμή, ενώ ακόμη και τα σημερινά Ιβαΐλοβγκραντ και Σβίλενγκραντ της Βουλγαρίας δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένα.
Μετάξι και αμπέλι: οι δύο πυλώνες μιας πόλης
Στην καρδιά της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του Σουφλίου βρίσκονταν δύο βασικοί κλάδοι: η σηροτροφία και η αμπελουργία. Δεν ήταν απλώς επαγγέλματα, αλλά δραστηριότητες που διαμόρφωσαν τη δημογραφία, την αρχιτεκτονική και τον πολιτισμό της πόλης. Χρειάζονταν πολλά εργατικά χέρια και παρήγαγαν προϊόντα που δεν κάλυπταν μόνο την ελληνική αγορά, αλλά εξάγονταν και στο εξωτερικό.
Ο Κώστας Δούλιας χρησιμοποιεί συχνά μεταφορικά ορολογίες της σηροτροφίας, επηρεασμένος και από την οικογενειακή του ιστορία. «Ο προπάππος μου, ο παππούς μου, ο θείος μου κι άλλος ένας παππούς μου, ήταν παραγωγοί αυγών μεταξοσκώληκα, τους λέγαμε “ σποράδες”. Για εκείνα τα χρόνια, οι γνώσεις τους γύρω από τη γενετική, την υγιεινή κατάσταση και γενικότερα τη διαδικασία παραγωγής των αυγών ήταν πρωτοπόρες, εφαρμόζοντας μεθόδους όπως η μέθοδος Παστέρ», αναφέρει με περηφάνια.
Υπογραμμίζει, μάλιστα, ότι έχει στην κατοχή του ένα μικροσκόπιο του παππού του από το 1890, ενώ λέει ότι ο προπάππος του είχε σπουδάσει στο Σηροτεχνικό Ινστιτούτο της Προύσας, το οποίο εξελίχθηκε αργότερα σε πανεπιστήμιο. «Το θεωρώ το πιο προηγμένο επάγγελμα. Στο Σουφλί ασχολούνταν με αυτό 28 άτομα, από τα οποία τα εννιά ήταν γυναίκες», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι το 1920 η εικόνα της πόλης δεν έμοιαζε με καμία άλλη επαρχία. «Οι γυναίκες στο Σουφλί είχαν ευρωπαϊκή ενδυμασία, όταν στη γύρω περιοχή φορούσαν τα παραδοσιακά θρακιώτικα -ελληνικά, βουλγάρικα ή τουρκικά».
Άλλα επαγγέλματα του περασμένου αιώνα
Στο βιβλίο παρουσιάζονται και δεκάδες άλλα επαγγέλματα, πολλά από τα οποία έχουν σήμερα εκλείψει. Ανάμεσά τους, το επάγγελμα του καροποιού. Στο Σουφλί, όπως λέει ο συγγραφέας, λειτουργούσαν πάνω από 30 καροποιεία, που κατασκεύαζαν κάρα από ξύλο και σίδερο για όλη τη Θράκη. «Όταν ο Βενιζέλος (σ.σ. Ελευθέριος, πρωθυπουργός) θέλησε να αποκαταστήσει τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, παρήγγειλε στο Σουφλί 1.000 κάρα, τα οποία μοιράστηκαν σε όλη την Ελλάδα», αναφέρει.
Στενή συνεργασία είχαν και οι κτίστες με τους ξυλουργούς, καθώς ο πρώτος έκτιζε τα σπίτια και ο δεύτερος κατασκεύαζε τα κουφώματα και τις εσωτερικές σκάλες. «Τα περισσότερα σπίτια ήταν διώροφα, γιατί η εκτροφή των μεταξοσκωλήκων απαιτούσε μεγάλο χώρο. Κάτω ήταν το κελάρι για τα φύλλα μουριάς και πάνω η σάλα με τα λεγόμενα κρεβάτια», σημειώνει. Τα απαραίτητα ξύλα συγκεντρώνονταν από το δάσος της Ροδόπης και μεταφέρονταν με κάρα σε αποστάσεις 20 έως 30 χιλιομέτρων.
Ξεχωριστή θέση κατείχε και το επάγγελμα του καζαντζή. Στο Σουφλί λειτουργούσαν 32 καζάνια, μια ολόκληρη …βιομηχανία παραγωγής τσίπουρου, που δούλευε επί ενάμιση έως δύο μήνες σε 24ωρη βάση και αποτελούσε ακόμη και προορισμό σχολικών εκδρομών.
Η πόλη διέθετε επίσης επτά πλεούμενους μύλους στον Έβρο, ένα τεχνολογικό επίτευγμα για τα δεδομένα της εποχής, καθώς -παρότι το ρεύμα του νερού ήταν ισχνό- η μεγάλη φτερωτή κατάφερνε να κινεί τις μυλόπετρες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το επάγγελμα του μηχανουργού. «Τη δεκαετία του ’50 στο Σουφλί κατασκευάζονταν αυτοκινούμενα μηχανήματα με μοτέρ, το οποίο προσάρμοζαν επάνω σε ένα τετράτροχο όχημα και χρησιμοποιούνταν για μεταφορά, κοπή ξύλων ή άντληση νερού», τονίζει.
Στην περιοχή υπήρχαν επίσης τουλάχιστον δέκα τενεκετζήδες, ενώ το πιο διαδεδομένο γυναικείο επάγγελμα ήταν εκείνο της μεταξεργάτριας, με γυναίκες να εργάζονται στα τρία μεταξουργεία που λειτουργούσαν στο Σουφλί.
Το βιβλίο «Επαγγέλματα του περασμένου αιώνα στο Σουφλί» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις iWrite.
Βαρβάρα Καζαντζίδου
ΠΗΓΗ ΑΠΕ-ΜΠΕ
















