«Αρκετά ώριμες» είναι οι συνθήκες, ώστε να αρχίσουν στην Ελλάδα μια σειρά από επενδυτικές δραστηριότητες σε κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες, ενώ για κάποιες άλλες υπάρχει καλή προοπτική, αρκεί να επενδυθούν χρήματα στην έρευνα. Εν αναμονή των εξελίξεων, από την Ελλάδα προέρχεται η «πρώτη μικρή νίκη» για την ΕΕ στο πεδίο της αυτάρκειας σε μια κρίσιμη ορυκτή πρώτη ύλη και συγκεκριμένα στο γάλλιο, αφού όταν η σχετική επένδυση της METLEN στη Βοιωτία ολοκληρωθεί, η ενωμένη Ευρώπη θα είναι για πρώτη φορά αυτάρκης σε αυτό το πεδίο, διαθέτοντας αυτονομία σε ένα ορυκτό, που βρίσκεται στην καρδιά των ημιαγωγών κι είναι απαραίτητο για την κατασκευή οθονών, ολοκληρωμένων κυκλωμάτων ραδιοσυχνοτήτων και φωτοβολταϊκών συστημάτων υψηλής απόδοσης.
Η παραγωγή, όμως, μιας κρίσιμης πρώτης ύλης επί ευρωπαϊκού εδάφους δεν συνιστά από μόνη της πανάκεια, αφού αν ένας τόνος γαλλίου που παράγεται στη Βοιωτία κοστίζει πολύ περισσότερο από ό,τι να έρθει στην Ευρώπη η αντίστοιχη ποσότητα από την Κίνα, «κάποιος πρέπει ν’ αποφασίσει πώς θα καλυφθεί η τεράστια διαφορά κόστους». Τα παραπάνω επισημαίνει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ), Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου, σύμφωνα με τον οποίο η πολιτική της ΕΕ για να μειώσει την εξάρτησή της από τις κινεζικές εξαγωγές δεν είναι επαρκώς αποδοτική.
Ενδεικτικό είναι ότι τα τελευταία 30 χρόνια η ζήτηση για ορυκτές πρώτες ύλες στην Ευρώπη διπλασιάστηκε, ενώ η παραγωγή μειώθηκε στα δύο τρίτα: «Ο λόγος είναι απλός. Η Κίνα κατά κύριο λόγο, αλλά και αρκετές άλλες χώρες εκτός Ευρώπης, έχουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η Δύση βρήκε πολύ “βολικό” ν’ αποκτά φθηνές πρώτες από “υπεργολάβους”, αδιαφορώντας για την εξάρτηση που δημιουργήθηκε. Τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού (…) Οι Βρυξέλλες είτε δεν έχουν αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος είτε θεωρώντας το δυσεπίλυτο προσπαθούν να “πετάξουν την μπάλα στην εξέδρα”» λέει χαρακτηριστικά ο κ.Γιαζιτζόγλου.
Την ίδια στιγμή, εάν μετουσιωθούν σε πραγματικές παραγγελίες οι προβλέψεις για τη δημιουργία κέντρων δεδομένων, τις «πράσινες» τεχνολογίες και τα ηλεκτρικά οχήματα, τότε η ζήτηση μετάλλων -π.χ., χαλκού- που θα προκύψει αναμένεται να εκτοξευτεί κατά 500%-1000%, ενώ «τα αποθέματα ορυκτών είναι πεπερασμένα και η ωρίμανση μιας εξορυκτικής επένδυσης με τα σημερινά δεδομένα ξεπερνά τη δεκαετία στις περισσότερες χώρες του κόσμου».
Ποιες κρίσιμες πρώτες ύλες παράγονται στην Ελλάδα, πόσα κεφάλαια έχουν επενδυθεί και ποια πιθανά κοιτάσματα υπάρχουν
Αναλυτικότερα, σε ερώτημα για το ποια ελληνικά ορυκτά και μέταλλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα, data centers και ημιαγωγούς και πόσα από αυτά ανήκουν στην κατηγορία των κρίσιμων πρώτων υλών ή/και των σπάνιων γαιών, ο πρόεδρος του ΣΜΕ διευκρινίζει ότι στην Ελλάδα παράγονται σήμερα μόνο δύο από τα 34 ορυκτά που περιλαμβάνει ο κατάλογος της ΕΕ με τις κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες: βωξίτης και αλουμίνα. «Η παραγωγή τους γίνεται στη Βοιωτία εδώ και πολλές δεκαετίες σε μια από τις σημαντικότερες μονάδες παραγωγής αλουμινίου επί ευρωπαϊκού εδάφους. Μέσα στο 2026 αναμένουμε την έναρξη παραγωγής χαλκού (χρήση σε data centers, ηλεκτρικά δίκτυα) από την επένδυση της “Ελληνικός Χρυσός” στη Χαλκιδική και γαλλίου (χρήση σε ΑΠΕ και ημιαγωγούς) από την επένδυση της ΜΕΤLΕΝ στη Βοιωτία. Στην περίπτωση του γαλλίου, η Ελλάδα θα καλύψει το σύνολο των σημερινών αναγκών της ΕΕ. Με την ολοκλήρωση της επένδυσης για την παραγωγή γαλλίου η Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται για πρώτη φορά αυτάρκης σε μια από τις κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες. Η Ελλάδα, μέσω της METLEN, της πρόσφερε αυτή την μικρή πρώτη νίκη» διευκρινίζει.
Οι προαναφερθείσες επενδύσεις για παραγωγή γαλλίου και χαλκού εντάσσονται, συμπληρώνει, σε πλαίσιο ευρύτερων επενδύσεων εξόρυξης και επεξεργασίας των συγκεκριμένων επιχειρήσεων, ύψους άνω του 1,5 δισ. ευρώ, το οποίο οδεύει προς την ολοκλήρωσή του, ενώ πέραν αυτών, τα τελευταία 10 χρόνια έχουν γίνει και άλλες επενδύσεις, άνω των 2 δισ. ευρώ στον εξορυκτικό κλάδο στην Ελλάδα. «Το ελληνικό υπέδαφος διαθέτει κοιτάσματα αντιμονίου στη Χίο και το Κιλκίς, γερμανίου στους Μολάους και νικελίου/ κοβαλτίου στη Στερεά Ελλάδα. Επίσης υπάρχουν ενδείξεις για βολφράμιο και σπάνιες γαίες, αλλά εδώ είναι πρώιμο να πει κάποιος αν τα κοιτάσματα είναι αξιοποιήσιμα. Συνεπώς υπάρχει πεδίο για ανάπτυξη των δραστηριοτήτων. Το αν υπάρχει ενδιαφέρον ή όχι για μια τέτοια επένδυση εξαρτάται από το κατά πόσον η Ευρώπη έχει τη διάθεση να δει το πρόβλημα που περιορίζει την ανάπτυξη της εξόρυξης και να το αντιμετωπίσει» επισημαίνει.
Όταν η πιθανή μελλοντική ζήτηση πρώτων υλών για data centers και πράσινες τεχνολογίες προκαλεί «μάλλον θυμηδία»
Τα κέντρα δεδομένων απαιτούν τεράστιες ποσότητες χαλκού για καλωδίωση και εξειδικευμένα μέταλλα για την υποδομή επεξεργασίας. Πώς θα επηρεάσει ο ανταγωνισμός γι’ αυτές τις πρώτες ύλες (μεταξύ τομέα ενέργειας και τομέα τεχνολογίας) το κόστος κατασκευής των υποδομών αυτών; «Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη τόσο των πράσινων τεχνολογιών όσο και των τεχνολογιών της πληροφορίας, δεν έχουν λάβει σε καμία περίπτωση υπόψη τους το κατά πόσο είναι εφικτό να εξυπηρετηθεί μια πιθανή μελλοντική έκρηξη στη ζήτηση πρώτων υλών, της τάξεως του 500- 1000%. Ως κλάδος αναγκαζόμαστε να επαναλάβουμε το προφανές. Τα αποθέματα των ορυκτών είναι πεπερασμένα και η ωρίμανση μιας εξορυκτικής επένδυσης με τα σημερινά δεδομένα, στις περισσότερες χώρες του κόσμου ξεπερνάει τη δεκαετία» σημειώνει ο κ.Γιαζιτζόγλου.
Από την άλλη πλευρά, οι πρώτες ύλες ανήκουν στις κατηγορίες των αγαθών που η αύξηση της ζήτησης αυξάνει την τιμή τους, πολύ περισσότερο από ότι θα μπορούσαν να τη μειώσουν οι οικονομίες κλίμακας. «Ομολογώ ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις, οι προβλέψεις για ανάπτυξη δικτύων ενέργειας, κέντρων δεδομένων και επενδύσεων της λεγόμενης πράσινης τεχνολογίας, μεταφραζόμενες σε ζήτηση κάποιων ορυκτών, στον κλάδο μας προκαλούν μάλλον θυμηδία. Πρόσκαιρα είμαστε πολύ χαρούμενοι όταν βλέπουμε τις τιμές να αυξάνονται 50%-100%, αλλά όλοι γνωρίζουν ότι αυτό δεν μπορεί παρά να έχει σοβαρότατη επίπτωση στην κατανάλωση τους» υπογραμμίζει ο πρόεδρος του ΣΜΕ.
«Ελαχιστοποίηση δεν σημαίνει μηδενισμός»
Πώς εξισορροπούνται οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εξόρυξης των μετάλλων που είναι απαραίτητα για την “πράσινη” τεχνολογία με τους στόχους για την πράσινη μετάβαση; «Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα χωρίς επίπτωση στο περιβάλλον, αλλά και ότι όσο αυξάνεται ο όγκος της δραστηριότητας, τόσο θα αυξάνεται και η επίπτωση στο περιβάλλον. Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, αυτό που αξιολογούμε είναι η εναλλακτική λύση. Και αυτό που θα πρέπει να μετράμε είναι το “συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα”, που συνεκτιμά την επίπτωση της δραστηριότητας, την ωφέλεια από τη δραστηριότητα και την ωφέλεια / επίπτωση από την οποιαδήποτε εναλλακτική λύση. Δεν είναι δυνατόν να έχουμε αγαθά χωρίς πρώτες ύλες. Και, πέραν των γεωργικών αγαθών, όλες οι άλλες πρώτες ύλες πρέπει να εξορυχθούν. Στην ΕΕ εφαρμόζουμε τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές για την ελαχιστοποίηση του αποτυπώματος της εξόρυξης. Ελαχιστοποίηση όμως δεν σημαίνει μηδενισμός. Πάντως θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο, ότι ο όγκος των πρώτων υλών που καταναλώνουμε δεν εξαρτάται από τις διαθέσεις ή τις ενέργειες των εξορυκτικών επιχειρήσεων. Εξαρτάται από τους καταναλωτές, δηλαδή από τους πολίτες» τονίζει.
Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα εκκίνησε η πρωτοβουλία «Τα ορυκτά έχουν vibe» του ΣΜΕ, στο πλαίσιο της προσπάθειας του φορέα ν’ ανοίξει σύγχρονο, ψηφιακό δίαυλο επικοινωνίας, που δείχνει ξεκάθαρα γιατί τα ορυκτά δεν είναι μια «μακρινή» βιομηχανική έννοια, αλλά η βάση της καθημερινότητας, της τεχνολογίας, της ενέργειας και της πράσινης μετάβασης. «Μέσα από σύντομο, τεκμηριωμένο και κατανοητό περιεχόμενο στα social media, εξηγούμε πώς από το κινητό και τις ΑΠΕ μέχρι τις υποδομές και τις μπαταρίες, όλα στηρίζονται σε υλικά της Γης (…)Γιατί τα ορυκτά δεν είναι απλώς πρώτες ύλες, αλλά το θεμέλιο του μέλλοντος που χτίζουμε» καταλήγει._
πηγή ΑΠΕ ΜΠΕ
*Τις φωτογραφίες παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Γιαζιτζόγλου














