Πένθος για την αγαπημένη Σερραία συγγραφέα Χρυσηίδα Δημουλίδου

Με ένα συγκινητικό μήνυμα και ένα ακόμη πιο «δυνατό» ποίημα αποχαιρετά την μητέρα της που έφυγε από την ζωή η Σερραία συγγραφέας Χρυσηίδα Δημουλίδου

Δείτε την ανάρτησή της :

Kompoloi
elections
NIKOS ZAPARAS
ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΒΛΑΧΟΣ
Green Cola

Ήταν ένας άγγελος ψυχής, ένας βράχος στις καταιγίδες, ένα πάπλωμα που ζέσταινε τους παγετώνες… σήμερα το πρωί μας άφησε…έφυγε μεσα στον ύπνο της, στα 84 της χρόνια, να συναντήσει τον πατέρα μου που την περίμενε καρτερικά από το 1986… τα 7 αδέλφια της που έφυγαν πρώτα, τους φίλους που αγαπούσε…ΟΧΙ δεν θα κλάψω…κουράστηκε πολύ κατάκοιτη στο κρεβάτι 9 χρόνια τώρα… υπέφερε πονούσε ήθελε να ξεκουραστεί μας το έλεγε συχνά….
ΕΦΥΓΕ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ!!!! Καλό σου ταξίδι πανέμορφη ψυχή…αν δεν ήσουν εσυ εγω δεν θα ειχα κάνει τίποτε από όλα αυτά που έκανα στην πορεία της ζωής μου…θα σε κουβαλώ μέσα μου μέχρι να συναντηθούμε ξανά και, τότε δε θα χωρίσουμε ποτέ…Σ ΑΓΑΠΩ σου το είχα πει πολλές φορές…σου το λέω άλλη μία… Σ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ για όλα όσα έκανες για μένα…αυτό ποίημα το είχα γράψει για σένα τότε που έπαθες το εγκεφαλικό και ήσουν στη εντατική…ποτέ πια δεν ξανασηκώθηκες από το κρεβάτι σου, δεν ήσουν πια η ίδια όμως ζουσες και μας αρκούσε…ΟΜΩΣ ΤΩΡΑ ΘΑ ΖΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ….

 

 


ΜΑΝΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ…

Μάννα..
Θέλω να σου πω ευχαριστώ
κι ότι πολλά για μένα έχεις κάνει
μα δεν πρόλαβα…

Θέλω να σ αγκαλιάσω
μα δεν μ αφήνουν,
είσαι στην εντατική…

Μάννα μη με αφήνεις
η μοναξιά θα είναι μόνιμη
σ όλα τα συρτάρια
της μνήμης μου,
της δίνης,
του πόνου που θα σιωπεί.

Θυμάμαι τότε
που δίχρονο παιδάκι,
στα δυο σου πόδια
μ έβαζες επάνω να ξαπλώνω
και μου ετραγουδούσες.

«Να σας πω ένα παραμύθι,
να μας πεις το παραμύθι,
μια φορά κι ένα καιρό
μια νεράιδα απ την μαμά του
νύχτα πήρε ένα μωρό…»

Κι ύστερα πάντα δίπλα μου
Καθόσουν και ρωτούσες

«Πονάς παιδί μου; Πεινάς;
Μήπως τάχα κρυώνεις; «
Αχ μάννα,
την καρδιά μου ματώνεις.

Δεν σου είπα σ αγαπώ.
όπως σου αξίζει,
κι όχι απλά, έτσι
όπως το λεν στο σινεμά.
Άραγε υπάρχει λέξη
πιο πλούσια από το αγαπώ;
Την ψάχνω στο λεξικό
μα δεν την βρίσκω.
Δεν υπάρχει μάνα
γιατί καμιά αγάπη δεν μπορεί
αυτό που δίνεις
να αντικαταστήσει,
τα κενά να γεμίσει.

Είναι πλάνη πως υπάρχει ήλιος
χωρίς της μάνας το χαμόγελο
είναι πλάνη…
Ακόμη και ο Πλάστης θαύμασε,
αυτά που η μάνα κάνει
σαν το σπλάχνο της πονά.
Πόσο λίγη νοιώθω τώρα
που δεν μπορώ να βοηθήσω ,
να γίνω τ οξυγόνο σου
μάνα για ν αναπνεύσεις
κι ας μην αναπνέω εγώ…

Μήπως αναπνέω;
Αφού οξυγόνο είσαι εσύ,
αφού ο ήλιος είσαι εσύ,
η δύναμη που αντλώ
τα δύσκολα να ζω.

Μάνα..
τι θα κάνω
τις δύσκολες νυχτιές
όταν Χειμώνας την σκέψη παγώνει
κι εσύ δεν θάσαι η φωτιά
καρδιά για να ζεστάνει;

Πώς να βαδίζω μοναχή
όταν η έμπνευση μου είσαι εσύ,
εσένα που θαυμάζω ;
που βλέπω στον καθρέφτη μου
πάντα το πρόσωπο σου
στο είδωλό μου να με κοιτά
πάντα ανήσυχα και να ρωτά.
«Παιδί μου είσαι καλά;»

Κουράγιο από σένα αντλώ,
όμως δεν το παραδέχτηκα ποτέ.
Δεν σε πρόσεξα ποτέ,
φωνές σου έχω βάλει.
Πόσο το μετανιώνω…
Κι εσύ εκεί, πάντα εκεί
να καρτερείς μια φωνή,
δική μου για ν ακούσεις
Κι ύστερα να κοιμηθείς
ήρεμα το βράδυ.

Μετανιώνω για πολλά
μα πιο πολύ για ένα.
Που δεν σου είπα σ αγαπώ
έτσι όπως σ αξίζει.
Που δεν σ αγκάλιασα σφιχτά
Πιο πολύ, πιο δυνατά…

Αχ Μάνα σ αμέλησα
σε έχω ξεπουλήσει
σ ένα βωμό από λάθη..
πως τάχα είμαι δυνατή
πως τάχα είμαι ένα πουλί
που μόνο του πετάει
και όπου θέλει πάει..

Μα σαν γυρίσω στην φωλιά
την άδεια από σένα
όλη αυτή η μοναξιά
που ήθελα να έχω,
αβάσταχτη θα γίνει,
και τότε μες τα άχυρα
θα ψάχνω για να βρω
πούπουλα από σένα
τότε ακόμα που μικρή
μου έλεγες μ αγάπη.

«Η μάνα είναι πάπλωμα
με πούπουλα γεμάτο
για να σκεπάζει τα μικρά
από τις καταιγίδες»

Μα τότε δεν σε άκουγα
δεν τόθελα το βάρος
τέτοιων φτερών επάνω μου
τον δρόμο να μου κόβουν.
Δεν σούπα καν ευχαριστώ.
Άραγε θάχω χρόνο
τώρα να σου το πω
και να σε αγκαλιάσω;
Γιατί δεν με αφήνουνε….

Αχ μάνα
τι να θυμηθώ;
Τότε την πρώτη την φορά
πρωτάκι στο σχολείο
που πήγες και με άφησες
σε διδασκάλων χέρια
γιατί μούπες τα γράμματα
πολύ με αγαπάνε;
Κι εγώ από τρόμο τσίριζα
τα γράμματα φοβόμουν
έτσι μεγάλα και βαριά,
ο νους μου να τα πλάθει
σκαρφαλωμένα τέρατα
εκεί πάνω στου πίνακα
την μαυρισμένη ράχη.

Πόσο δίκαιο είχες.
Τα γράμματα μ αγάπησαν
και μ αγαπούν ακόμη
κι εσύ ήσουν πάντα εκεί
σ αυτό να επιμένεις.

«Μη γίνεις μια αμόρφωτη
όπως εγώ παιδί μου.
Θέλω εσύ να μορφωθείς,
τον φόβο σου να θάψεις
θέλω τρανή να γίνεις
και μια μέρα για μένανε
τραγούδι να μου γράψεις»

Αχ μάνα πόσο δίκαιο
μες την καρδιά σου κλείνεις…

Χρυσηίς Δημουλίδου

 

Αφήστε κάποιο σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *