Υπάρχουν ιστορίες που δεν αφηγούνται απλώς γεγονότα, αλλά κουβαλούν μνήμες, πόνο, δυσκολίες και μπορούν να διδάξουν τη σημασία της φροντίδας αποδεικνύοντας ότι τελικά υπάρχει ελπίδα.
Η ιστορία της Μαρίας Χριστίνας Σούλι είναι μία από αυτές. Μια διαδρομή ζωής που ξεκινά από ένα δύσκολο, προβληματικό οικογενειακό περιβάλλον, περνά μέσα από την αγκαλιά και την αγάπη ανθρώπων που στάθηκαν δίπλα της και καταλήγει στη δημιουργία, όχι μόνο ως επάγγελμα, αλλά κι ως στάση ζωής.
«Αυτό που μου έλειπε περισσότερο ήταν η ασφάλεια»
Τα παιδικά χρόνια της Μαρίας Χριστίνας Σούλι, όπως εκμυστηρεύεται στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, δεν ήταν ανέμελα. Αντίθετα, χαρακτηρίζονταν από οικογενειακές δυσκολίες και καταστάσεις που, για ένα παιδί, ήταν συχνά δυσβάσταχτες. «Από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι ότι υπήρξαν δύσκολες οικογενειακές στιγμές και ένα περιβάλλον με ζητήματα που, για ένα παιδί, ήταν συχνά βαρύ. Αυτό που μου έχει μείνει πιο έντονα, όμως, είναι η μεγάλη ανάγκη για ασφάλεια και φροντίδα», αναφέρει.
Η γειτόνισσα που της άλλαξε τη ζωή
Με συγκίνηση η νεαρή κοπέλα αναφέρεται στην γυναίκα που κυριολεκτικά αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί το σημαντικότερο στήριγμα της ζωής της. «Ο πιο κοντινός μου άνθρωπος είναι η “ γιαγιά” μου, μια γυναίκα που δεν ήταν η βιολογική μου γιαγιά, αλλά μια γειτόνισσα που με είδε σε πολύ δύσκολες στιγμές της παιδικής μου ηλικίας και με αγκάλιασε σαν δικό της παιδί. Ήταν ο άνθρωπος που κατάλαβε χωρίς πολλά λόγια τι περνούσα. Μου πρόσφερε ασφάλεια, φροντίδα και μια αγκαλιά που τότε μου έλειπε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Για μένα ήταν το πρώτο πραγματικό αίσθημα προστασίας. Ακόμα και σήμερα αποτελεί το στήριγμά μου, όχι μόνο σαν παρουσία αλλά σαν αξία ζωής. Από εκείνη έμαθα τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος για τον άλλον, χωρίς υποχρέωση, χωρίς ανταλλάγματα κι αυτό προσπαθώ να κουβαλάω σε κάθε μου βήμα», επισημαίνει.
Το σημείο καμπής και η αγκαλιά του «Χαμόγελου του Παιδιού»
Καθώς τα χρόνια περνούσαν, οι δυσκολίες δεν έπαψαν. Υπήρξε μια στιγμή που η ίδια συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να αντέξει άλλο το περιβάλλον στο οποίο ζούσε. «Υπήρχαν ζητήματα και καταστάσεις που, για την ηλικία μου, ήταν πολύ δύσκολες να διαχειριστώ και είχα φτάσει πραγματικά στο όριό μου. Κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να συνεχίσω έτσι και ότι χρειαζόμουν βοήθεια».
Αν και η απόφαση να ζητήσει στήριξη όπως υπογραμμίζει, δεν ήταν εύκολη, ήταν τελικά σωτήρια. «Έτσι βρέθηκα στο “Χαμόγελο του Παιδιού“, σε μια αγκαλιά που μου πρόσφερε ασφάλεια, καθοδήγηση και την αίσθηση ότι δεν είμαι μόνη. Για μένα, εκείνη η στιγμή ήταν σημείο καμπής. Ήταν η αρχή μιας νέας πορείας, με περισσότερη φροντίδα και ελπίδα», εξηγεί.
«Το Χαμόγελο δεν λειτούργησε απλώς ως δομή φιλοξενίας, αλλά ως οικογένεια», σημειώνει η Μαρία Χριστίνα και τονίζει πως, «οι άνθρωποι του Χαμόγελου δεν με είδαν ως μια δύσκολη ιστορία, αλλά ως έναν άνθρωπο με αξία και μέλλον κι αυτό είναι κάτι που δεν ξεχνιέται ποτέ. Για μένα το σπίτι του Χαμόγελου σημαίνει ασφάλεια. Σημαίνει ότι υπάρχει ένας χώρος όπου ένα παιδί μπορεί να ανασάνει, να νιώσει προστατευμένο και να αρχίσει ξανά να ελπίζει. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από στέγη, είναι φροντίδα και αποδοχή. Για μένα, το Χαμόγελο είναι η απόδειξη ότι όταν ένα παιδί βρεθεί σε ένα περιβάλλον που το στηρίζει ουσιαστικά, μπορεί να ανθίσει, να σταθεί στα πόδια του και να προχωρήσει μπροστά με δύναμη».
Πρώτη φορά μόνη, ο φόβος και η ελευθερία
Όπως η ίδια εξηγεί, η μετάβαση στην ενήλικη ζωή και η πρώτη φορά που έμεινε μόνη στο διαμέρισμά της, συνοδεύτηκαν από ανάμεικτα συναισθήματα. «Ήταν ένα μείγμα φόβου και ενθουσιασμού. Από τη μία δεν ήθελα να αποχωριστώ την οικογένεια του Χαμόγελου, από την άλλη ένιωθα ότι για πρώτη φορά μπορώ να χτίσω τη ζωή μου βήμα, βήμα. Να ονειρευτώ, να δοκιμάσω, να απολαύσω απλά πράγματα που είχα στερηθεί. Δεν ήταν μια εύκολη μετάβαση, αλλά ήταν ένα πολύ σημαντικό βήμα ανεξαρτησίας και αυτογνωσίας. Ένα βήμα που με βοήθησε να σταθώ στα πόδια μου και να πιστέψω ότι μπορώ να προχωρήσω μπροστά».
«Αυτό που με βοήθησε περισσότερο ήταν το ταξίδι της θεραπείας των τραυμάτων μου και η σταδιακή πίστη στον εαυτό μου και στις δυνατότητές μου. Το να καταλάβω ότι μπορώ να επουλώσω όσα με πόνεσαν και να χτίσω ξανά τη σχέση με τον εαυτό μου, με σεβασμό και υπομονή. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και οι άνθρωποι που πίστεψαν σε μένα και με εμπιστεύτηκαν, συχνά πριν το κάνω εγώ η ίδια. Η στήριξή τους μου έδωσε δύναμη να συνεχίσω. Ιδιαίτερα ο άνδρας μου. Ήταν εκεί από την αρχή, από τότε που όλο αυτό δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα όνειρο και μερικά υφάσματα στο σαλόνι του σπιτιού μας. Από τη μέρα που γνωριστήκαμε, με ενθάρρυνε να πιστέψω σε μένα, στις ιδέες μου και σε όσα ονειρευόμουν, ακόμα κι όταν εγώ αμφέβαλλα», υπογραμμίζει.
Από το Παιδαγωγικό στη δημιουργία με τα χέρια
Η ακαδημαϊκή της πορεία ξεκίνησε στο Παιδαγωγικό. Όχι τυχαία. «Στις Πανελλήνιες πέρασα στο Παιδαγωγικό, που είχα δηλώσει ως δεύτερη επιλογή. Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα τη σχέση μου με τους ανθρώπους, τη φροντίδα και την υπομονή», σημειώνει και παραδέχεται πως η δημιουργία ήταν πάντα παρούσα από μικρή ηλικία, μέσα από το ράψιμο και τις χειροτεχνίες με τη “ γιαγιά” της, που όμως, «ως παιδί είχα την αίσθηση ότι αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει επάγγελμα, οπότε το κράτησα μέσα μου, σχεδόν σαν μυστικό, Αργότερα, αφού δοκίμασα διαφορετικούς δρόμους, επέστρεψα σε αυτό που αγαπούσα πραγματικά, τη δημιουργία και το ράψιμο. Εκεί, ένιωσα για πρώτη φορά ότι βρίσκομαι στο σωστό μέρος. Και κάπως έτσι, αυτό που κάποτε θεωρούσα απλώς χόμπι, έγινε τελικά ο πυρήνας της επαγγελματικής μου ταυτότητας».
Όταν η μνήμη γίνεται δημιουργία
Το Crinolino, η μικρή επιχείρηση με πιτζάμες και αξεσουάρ που δημιούργησε, γεννήθηκε αυθόρμητα, ως φυσική προέκταση της ταυτότητάς της, όπως λέει, «δεν ήταν μια στρατηγική επιχειρηματική ιδέα. Γεννήθηκε από την ανάγκη μου για δημιουργία και από τη βαθιά μου σύνδεση με τα μικρά, φαινομενικά ασήμαντα πράγματα, που τελικά έχουν τη μεγαλύτερη αξία».
Μέσα στην επιχείρηση της, ζει ακόμη το παιδί που έβρισκε ηρεμία δημιουργώντας. «Νιώθω πως μέσα στο Crinolino υπάρχει και το παιδί που κρύβω ακόμα μέσα μου. Είναι η συνέχεια εκείνων των στιγμών με τη “ γιαγιά” μου, μια προσπάθεια να μετατρέψω τη μνήμη, την αγάπη και τη φροντίδα σε κάτι απτό».
«Δεν τα παράτησα»
Σήμερα, αυτό που την κάνει περήφανη είναι απλό και βαθύ, «το ότι δεν τα παράτησα. Ότι επέλεξα να δημιουργήσω ζωή με αγάπη, ακόμα κι όταν ξεκίνησα από δύσκολες συνθήκες» και αν είχε τη δυνατότητα να μιλήσει στο κοριτσάκι που υπήρξε, θα της έλεγε, «πόσο περήφανη είμαι για εκείνη. Πόσο γενναία ήταν, ακόμα κι όταν δεν το καταλάβαινε. Θα της έλεγα ότι πίσω από τις σκοτεινές μέρες, θα έρθουν ημέρες ηρεμίας και αγάπης. Ότι θα τα καταφέρει. Ότι θα σταθεί στα πόδια της, θα δημιουργήσει τη δική της ζωή και θα νιώσει δυνατή και ελεύθερη. Και κυρίως, ότι δεν είναι μόνη και δεν φταίει για όσα έζησε».
Και στα παιδιά που σήμερα ζουν σε κακοποιητικά περιβάλλοντα, το μήνυμα της, είναι ξεκάθαρο, «Να μιλήσουν. Να μη φοβηθούν και να μην κρατήσουν τον πόνο μέσα τους. Να ζητήσουν βοήθεια. Δεν είναι μόνα. Το να ζητήσεις βοήθεια δεν είναι αδυναμία, είναι δύναμη. Υπάρχει ζωή μετά τον φόβο. Υπάρχει ασφάλεια, αγάπη και ελπίδα, ακόμα κι αν αυτή τη στιγμή δεν μπορούν να το δουν».
Η ιστορία της Μαρίας Χριστίνας είναι η απόδειξη ότι όταν ένα παιδί βρεθεί έστω και μία φορά σε μια αληθινή αγκαλιά, μπορεί να αλλάξει ολόκληρη η πορεία της ζωής του. Από αυτή την αγκαλιά, μπορεί να γεννηθεί δημιουργία, φροντίδα και φως.
Αλεξάνδρα Χατζηγεωργίου
ΦΩΤΟ ΑΠΕ-ΜΠΕ
















